Ένα ταξίδι στο όνειρο, στη φαντασία, στις μύχιες σκέψεις, στην ίδια τη ζωή ξεκίνησε!!! Στόχος μου, να μοιραστώ μαζί σας ολίγιστα απ' αυτά που συχνά καταθέτω στο χαρτί. Copyright 2010 ©Καλλιόπη Ιωάν.Δημητροπούλου
Translate
Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017
Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016
ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ
Πίνακας: Ελένη Κυριαζοπούλου
Κι αν πλάνεψε ο κόσμος
το αρχέτυπό του κάλλος
και στα κιτάπια του
χαράχτηκε η ήττα,
κι αν τρύγησες τις μέρες σου
με δάκρυ συναγμένο
απ΄ το βαθύ ηλιοαγνάντεμα
κι ύστερα κύλησε το φως
και γιόρτα έσφιγγε η παλάμη,
εσύ διακαώς ποθείς
το ξόδεμα να γίνεσαι
στου ποιητή το λεύτερο ταξίδεμα,
στο τράνταγμα του νου
και στο σπαρακτικό του ψήλωμα.
Μια στη χαρά
και μια στο χάος
χαρίστηκε το ήμαρ
στων γνωστικών θνητών το πέρας.
Μια στο σπαθί
και τρις στο ρόδο
έκρουες,
στη βιοτή σου φως
για να ιχνηλατήσεις.
(Στην Κωνσταντία Φούκη)
(Στην Κωνσταντία Φούκη)
7/12/2016 Καλλιόπη Δημητροπούλου
Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016
ΨΙΧΑΛΙΣΤΑ
https://tovivlio.net/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-2017/

Τι όμορφα που έλιωσε το σύννεφο
και χάθηκε ψιχαλιστά στο χώμα,
τι όμορφα που έσβησε το μούχρωμα
και μπόλιασε της γης το σώμα.
Στα πέτα του ουρανού και στις ρωγμές του
λάγνο αρμενόβροχο πλανιέται,
θωρεί τις άκριες του βουνού
αγγίζει του πεύκου την αψάδα.
Με τις ατίθασες λευκόπετρες,
με τα ριζάτα τείχη
χρυσές αντήλιες χαραγές
νότες δονούν, γλυκά πεντάγραμμα
σε αγκαλιές κι ακριβοθώρητα πελάγη.
Στέκουν στην πόρτα του γιαλού
με αετόφτερα σκαριά κυλούν χρυσάρμενα,
σμάλτο ηχούν μες στην ανάπαιστη κοιλάδα.
Στέκει κι η κόρη, η δροσαλή,
νια πνέει η πορφυρή της λάβα,
φέγγει πυξίδα θαλερή απ' την πολύρρυτη ακμάδα.
Τρέμει κι 'να άστρο πεθυμιά στου ήλιου τη θωριά της.
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016
Και ο Αντώνιος απολείπειν Θεόν ποιητά μου
Δημοσιεύτηκε στο Πολιτιστικού περιεχομένου
https://koukidaki.blogspot.gr/2016/11/kai-o-antonios-apoleipein-theon-poiita-mou.html
Κολάζ Πίνακας: Διογένης Παπαδόπουλος
https://koukidaki.blogspot.gr/2016/11/kai-o-antonios-apoleipein-theon-poiita-mou.html
Κολάζ Πίνακας: Διογένης Παπαδόπουλος
Στέκω παράταιρα
κι αδράχνω τα προπατορικά μου.
Στο σύθαμπο μέλλον αιωρείται
της οικουμένης το ακυβέρνητο
στου ριζιμιού το σπιτικό κατοικεί η αγρύπνια
χάσκουν στο λίκνο τους τα απόβλητα όνειρα
κρυσταλλώνει το αρμυρόσκαφτο στέρνο
και στέκει όλο αξόδευτο.
Ποιος αγοράζει νεκρούς;
-θα μου πείτε-.
Σωστά
μονάχοι στη ζωή
διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους
μονάχοι και στο θάνατο.
Μια θάλασσα σπαργάνωσα με ήλιο
από εκείνη τη δοξαστική του Ελύτη ηλιόπετρα
την αλεύκαντη στους αιθέρες.
Στο κορμί της σοδεύω το εύρρωστο ήμαρ
εκειό που μας έχει απομείνει.
«Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον»*
και ο Αντώνιος απολείπειν Θεόν, ποιητά μου.
Ο αόρατος θίασος
δεν εφημερεύει πλέον με εξαίσιες μουσικές
δε νυχτεύει στο σφρίγος της Αλεξάντρειας
αθρήνητη η πόλις εάλω.
Ολονυχτίς τραβούσαμε κουπί
βάρκα τη βάρκα και πιάσαμε ξέρα.
Κανείς δεν εγνώριζε για το φονικό
μονάχα κάποιοι ναύτες
κάτι ψιθύρισαν στο λοστρόμο
σαν έτοιμοι από καιρό, σα θαρραλέοι
*στίχος Κ. Καβάφη
2/11/2016 copyright ©Καλλιόπη Δημητροπούλου
*στίχος Κ. Καβάφη
2/11/2016 copyright ©Καλλιόπη Δημητροπούλου
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016
ΚΙ ΕΣΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΕΜΜΕΤΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ)
Ανταύγειες γαλήνης οι φθόγγοι σου,
πλεξούδες αγάπης
και μια ψυχή όπου δακρύζει
με το πετάρισμα της πεταλούδας.
Να ταξιδέψεις λες
ως την άκρια του ορίζοντα,
εκεί όπου απλώνεις το ξαφνιασμένο σου όνειρο,
όπου τα αγκομαχητά του αγέρα
στήνουν φωλιές στο χαμόγελο,
συλλαβίζουν απωθημένους ουρανούς
και αιωρούνται ακροβάτες
οι απώλεις της πλάσης.
Λες να ταξιδέψεις
ως τη σάρκα της άνοιξης
και τα αχνοπερπατήματά της,
ως το γκρίζο είδωλο των ματιών της,
ν΄ αγγίξεις το φιλήδονο μυστήριο, που κρύβουν
και να μελώσεις, λες
την επτάσοφη μελαγχολία τους
-επίκτητο μπόλιασμα μιας πονεμένης ανάσας,
ίσως και της μοίρας το γραμμένο-.
Να ταξιδέψεις, λες
ως την άκρια της θάλασσας,
να επικαλεστείς την κυρά του Κάστρου,
την αφέντρα του Πελάγους,
για ν' απιθώσεις στις φτερούγες της
τους λυγμούς του ανέμου.
Και μας συστήνεσαι, λέω,
αγέρωχη σμίλη του ωραίου
μέσα από τα δυο του μάτια
-μάτια χρυσάνθεμα κι ανθίζαν Οκτώβρη-.
Και μας χαρίζεσαι, λέω,
ως άπλετη αγάπη.
Εκείνη που ξεστράτισε στο γαϊτανάκι της ζωής
και θρυμματισμένη ακουμπά
στον πρώτο τον στίχο,
όταν οι χυμοί σώνονται
κι ο ήλιος καίει τα σίδερα.
Εκείνη που ψηλώνει
κάθε φορά, που ξαναγεννιέται η ελπίδα
κάθε φορά, που η καρδιά σφουγγίζει το δάκρυ,
το μετουσιώνει σε βάλσαμο
και λειαίνει της ζωής το σκληρό προσωπείο.
Και να μας ξοδευτείς σαν διδαχή, πεθύμησες,
σαν πάλη αέναη και αιματόβρεχτη δίνη
μόνη στον καφενέ,
μόνη στο κύμα,
μόνη να καταδύεσαι στης ανημπόριας τη φυλακή,
στη σιγαλιά της νύχτας
και να μας θυμίζεις ωσάν απορημένη σελήνη:
«Θέλει τόλμη η μοναξιά...
Μόνη στη ζωή
Κατάμονη στο θάνατο».
Της πένας σου το δύστρατο μονοπάτι
αντάρα στης νυχτιάς τ΄ απρόσμενο γδάρσιμο,
φλογάτη μελάνη στης σιωπής τ΄ αστραπόβροντο.
Η ποίηση τρυπώνει στο σκοτεινό σου δωμάτιο
επιβλητικός κι απρόσκλητος επισκέπτης,
αγναντεύει τον κρατήρα,
πλημμυρίζει η λάβα
μιας πένθιμης νότας το τέλι,
προσμετρά απουσίες
και υπέρλογες θυσίες.
«Ανέβα καλέ μου τα σκαλιά...
Θα καταλάβω την ηχώ των βημάτων σου;
Ξέχασα μάλλον...», λες.
Είναι τότε που η ποίηση
σου κρατά το τρεμάμενο χέρι
με τη μορφή του στολίδι στο δάχτυλο,
γλυκό καρφίτσωμα στο πέτο
κι αγγίζει τα ηχηρά βήματα της ανάμνησης.
Κι εσύ τότε η ποιήτρια,
ο ναυαγός στο υφαντό
του χαρμόλυπου αργαλειού σου
με τον φόκο μέσα στις πλέξεις του,
που σαν ξεφλουδίσει η χρώση του,
θα φανεί το νιόφερτο ποίημα.
Κι εσύ ο Άνθρωπος,
η ακύμαντη θάλασσα,
μια νοτισμένη ανταύγεια στο φως
κι όταν δέηση γνέψεις στο νοτιά
«Σιωπούν οι άνθρωποι
σιωπά κι ο Θεός».
( Για την Ποιητική συλλογή "Υφάδι ζωής" της λογοτέχνιδας Σωτηρίας Κυρμανίδου)
Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
































