Translate

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

ΟΜΙΛΙΑ "Οι τρεις Ηλείοι ποιητές και το βιβλίο ΗΛΕίασις".


Η Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πύργου -- Ολυμπίας κα Τζένη Μπίθα μιλά με θέμα: "Οι τρεις Ηλείοι ποιητές και το βιβλίο ΗΛΕίασις".

Κυρίες και κύριοι,

Μαζευτήκαμε αυτό το ανοιξιάτικο απόγευμα για να μιλήσουμε για ποίηση και  λογοτεχνία, να μοιραστούμε στίχους και να περιδιαβούμε στην ποιητική συλλογή «Ηλείασις»,  έργο όχι ενός αλλά τριών Ηλείων δημιουργών της Καλλιόπης Δημητροπούλου,  της Φωτεινής Αζαμοπούλου και του Τάκη Κούρβα.
Σε αυτή την «Σύζευξη ποιητικής εσοδείας»,  σ’ αυτό το περίτεχνο μωσαϊκό των  86 σελίδων συνενώθηκαν τρεις άνθρωποι με συγγενείς ποιητικές ιδιοσυγκρασίες, με κοινές καταβολές και ρίζες . Το εντυπωσιακό σε αυτή την ποιητική συν-ποίηση είναι η αίσθηση του αναγνώστη ότι είναι γραμμένο από έναν και μόνο δημιουργό.
Η ψυχή και των τριών  ανασαίνει  στα ίδια χώματα, στις ίδιες παραδόσεις, στην ίδια πατρίδα, στον ιστορικό γενέθλιο τόπο της Ηλείας .Σκοπός  των ποιητών είναι η δημιουργία μιας τρυφερής ανάμνησης στον αναγνώστη που θα γεννήσει  μια πρωτόγνωρη αίσθηση οικειότητας. Όπως είπε και ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής Τζων Κητς (John Keats), «η ποίηση πρέπει να εκπλήττει με κάποια λεπτή υπερβολή, και όχι με το ασυνήθιστο. Πρέπει να δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι είναι η έκφραση των δικών του υψηλών σκέψεων, που θα πρέπει να μοιάζουν περισσότερο με ανάμνηση.» Με τον τρόπο αυτό οφείλει να λειτουργεί αισθητικά η ποίηση, ώστε να επιτυγχάνει το επιθυμητό αποτέλεσμα στον συγκινησιακό κόσμο όλων όσοι εντρυφούν στα νοήματά της.
Αν θα έπρεπε να καταλογογραφίσει κάποιος, και να ομαδοποιήσει τα ποιήματα που υφαίνονται περίτεχνα στα περιεχόμενα της ποιητικής συλλογής που παρουσιάζουμε σήμερα, τότε θα εντυπωσιαζόταν με το εύρος και την ποικιλία των θεμάτων που συγκινούν και εμπνέουν τους ποιητές.
Ανοίγει τις πύλες της σε ένα μουσείο ελληνικότητας απ ` όπου ξεπηδούν αγάλματα, κάστρα, ναοί. Η αναδίφηση και η σμίλευση του παρελθόντος είναι ευκρινής καθώς στους τίτλους των ποιημάτων υπάρχουν νωπά ονόματα μέσ’ από τους μυθικούς  χρόνους και την ιστορία  (Αρχαία Ολυμπία, Αρχαία Σαμία, Αρχαία Ήλιδα, Αρέθουσα –Αλφειός) .
Οι ποιητές μάς ξεναγούν  αντλώντας -και όχι εξαντλώντας- σπαράγματα ιστορίας –και ιστοριών-, μνήμης, σχέσεων, συναισθημάτων, στοιχείων μιας ζωής όπως αναβλύζει στο συναπάντημα του μύθου της με το παρόν.
Στη συνέχεια μέσα από μια σειρά ελεγειακών προσωπογραφιών παρελαύνουν όλοι οι σπουδαίοι Ηλείοι που με το έργο τους λάμπρυναν τούτο τον τόπο. Τάκης Σινόπουλος, Τάκης Δόξας, Αύγουστος Καπογιάννης, Νίκος Μπελογιάννης, Γιώργης Παυλόπουλος, Ανδρέας Καρκαβίτσας.Παρελαύνουν επίσης οι Διονύσιος Σιμόπουλος, Ντίνα Σκουλαρίκου-Γεωργιάδη, Ηλίας Ανδριόπουλος. Σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι που έθρεψε η ηλειακή γη και εμπνέουν τους τρεις ποιητές
Μία άλλη παράμετρος που αξίζει να εξετασθεί εδώ είναι η φυσιολατρία που  διέπει το έργο τους, η οποία  αν και αφορμάται από τα προσωπικά βιώματά τους, είναι στην πραγματικότητα νοσταλγία και ακραιφνής ρομαντισμός που εγγράφονται ανεξίτηλα μέσα στην ψυχή μας.
«Στον τόπο που γεννήθηκα / φυτρώνει ο δυόσμος και η μέντα» γράφει η  Καλλιόπη
« Με ένα κρινάκι του γιαλού στο χέρι της / τον κύρη της η κόρη θα προσμένει» γράφει η Φωτεινή
«Τα ρόδα ανθούν , μύριες αισθήσεις / πάνω σου γέρνει η άνοιξη» γράφει ο Τάκης
Η συλλογή αποτελείται από  μικρά ποιήματα στα οποία εντοπίζουμε μια ιστορία-μήνυμα, μια σκηνική διάρθρωση, μια ιδεοπλαστική εικόνα, μια εικόνα που εκφράζει μια ιδέα. Η «λαογραφία» των εικόνων είναι οι ρίζες, οι ακατάλυτοι δεσμοί με το παρελθόν.
Προβαίνουν σε μια αναμόχλευση της μνήμης τους για να θυμηθούν ποια πράγματα συγκρότησαν την ταυτότητά τους. Είναι η ζεστασιά και η υπέροχη θαλπωρή που απέπνεε ο χώρος που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.
Σε αυτό το ψηφιδωτό των αναμνήσεων ζωντανεύουν  τόποι και άνθρωποι.
 Οι τόποι που περπάτησαν παιδιά και χαράχτηκαν στις ψυχές τους, στη ψυχή όλων μας.  Ο πευκόφυτος Γρύλλος , η πέτρινη κυρά Ανδρίτσαινα, η Καζάρμα του Καιάφα, η λίμνη της Αγουλινίτσας, το Χλεμούτσι, το Δρυοδάσος της Φολόης.
Οι εικόνες των ανθρώπων που γνώρισαν και σημάδεψαν τη ζωή τους αλλά δυστυχώς  ξεθώριασαν στο πέρασμα του χρόνου και έγιναν πια μουσειακό υλικό στα μάτια των νεώτερων γενιών .

Ξεχωρίζει η φιγούρα της μάνας των χωραφιών
                                                            με το φακιόλι του ιδρώτα
                                                          με τα ροζιασμένα χέρια στη μέση
                                                          να αγναντεύει τον κύρη της    
                                                   στον πηγαιμό για της φαμίλιας της το προσφάι

Αγέρωχα στέκει στο χωράφι του μόχθου ο ζευγάς που ετοίμαζε τη σπορά το μήνα Οκτώβρη 

Και εγώ μες την αχλύ της θύμησης
                                                      τον ήρωα της γης μου αγνάντευα
                                                           τον πατέρα που μ` ανάστησε
                                                          με της χειροβολιάς τον θέρο

Εκεί στην άνυδρη πια Αγουλινίτσα ξαναζωντανεύουν οι διβαράδες της μπούκας στο κυνήγι του χελιού
                                                πελαγωτά ως το λαιμό ο γητευτής της μπούκας
                                                μάχεται ως το λαιμό με μια χούφτα συντρόφους

                               Ηχούν τα τραγούδια των παιδιών  στις θημωνιές  κατακαλόκαιρο
                                                   στραφτάλιζαν του θέρου τα δρεπάνια,
                                               το χέρι μας ευλαβικά αγκάλιασε τα στάχυα

                                          Ξεκουράζεται στο αλώνι  η πριγκίπισσα σταφίδα
                                                           κάματο απαίτησες, παιδεύτηκα μαζί σου
                                
                                            Θροΐζουν  τα φυλλώματα στον κάμπο των ελαιών                     
                                                             Θεϊκή μοσχοβολιά απλώθηκε τριγύρω
                                                                της ελιάς πλημμύρισε τ` ασήμι  

Ξυπνούν τα όνειρα που ταξίδεψαν μαζί με το Μουτζούρη, όταν σίγησε για πάντα

                                                        οι χορταριασμένες γραμμές
                                                       του τρένου που σίγησε πια
                                                                    απάτητοι οι πέτρινοι σταθμοί
                                                             βουβή του κυρ Θύμιου η σφυρίχτρα
                                                                    σάπιες μηχανές ,έρμαια βαγόνια

Βαραίνει την ψυχή, η θύμηση του ολέθρου της πύρινης λαίλαπας

                                                                       με το μαύρο της φτέρωμα
                                                                  σωριάστηκε απ` τον πόνο η νύχτα
                                                                       τους κόπους της σπατάλεψε
                                                                       θερίζοντας αμείλικτα την ελπίδα

Μια αληθινή δεξαμενή συναισθημάτων προβάλλει μέσα από την παρούσα ποιητική συλλογή. Η  νοσταλγία, η αγάπη, η απώλεια, η ελπίδα,  αναδύονται μέσα από τα ποιήματα που μας καταθέτουν οι τρεις δημιουργοί.
Η γραφή τους είναι απλή, κατανοητή  και αποτυπώνει την πηγαία, καθάρια έμπνευσή τους, ενώ το ύφος  τους είναι λιτό και μεστό με αποτέλεσμα να αγγίζει τις καρδιές και το μυαλό όλων μας. Χωρίς περίτεχνες εκφράσεις  καταφέρνουν να μας δείξουν τον πλούσιο συναισθηματικό τους κόσμο και μας επιτρέπουν να αφουγκραστούμε τον ήχο των ευαίσθητων κεραιών της ψυχής τους.
Η αγάπη για το τόπο τους γέννησε αυτό  το ιδιαίτερο και ξεχωριστό επίτευγμα της ποιητικής  συν-ποίησης , η βαθύτατη ανάγκη να αναδείξουν το μνημειακό, λαογραφικό και φυσικό πλούτο της Ηλείας. Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεώτεροι. Γιατί αξίζει τούτος ο τόπος να αγαπηθεί από τα παιδιά του  με την κληρονομιά που αφήνει ως μια μύηση για ένα καινούργιο μέλλον.
Θα κλείσω με μια συρραφή στίχων και των τριών ποιητών που αποτυπώνουν αυτή την αγάπη τους για την Ηλεία, την αγάπη που έγινε η Μούσα τους και γέννησε την «Ηλείασι»

Πού τη ψυχή να παραδώσω
Πού να βρω τόπο ανάδοχο
Μακριά από σε, Ηλεία μου  

     
Τον κόσμο σου εμόνιασες, ιδέες νέες φέρνεις
Θεοί σε ερωτεύονται, πολιτισμού γεννήτρα


Αδάμαστη και πανέμορφη Ηλεία
Μας έχεις χαράξει για πάντα.


Σας ευχαριστώ.
Πύργος, Συνεδριακό Κέντρο, 30/3/2019

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ


Σ' αντάμωσα στερνά στο ξόδι σου
εκεί που ο Άη Γιώργης σου ΄στησε
πικρό το μοιρολόγι.
Κι ήταν Απρίλη τέσσερις
που άνοιξε η γης την αγκαλιά της
πρόωρα να σε καλοσωρίσει
κι ήταν πρωί που διάβηκες γενναία
την Πύλη την πλατιά της Αλησμόνας.
Δυο γλάροι στάθηκαν την κονταυγή
σιμά στο σπιτικό σου
ο πάλευκος στης κόρης σου το μέτωπο
έσερνε γλυκό φιλί της μάνας
να το κρεμάσει φυλαχτό της
κι ο πορφυρός, της βγνωμοσύνης δάκρυ
συντροφικά το βήμα έφεξε
στο διάσελο του άντρα σου του στυλοβάτη
π' ασάλευτος σαν πέτρα σού 'στεκε
από καιρό στου πόνου το κρεβάτι.
Κι εσύ, της καλοσύνεψης Αναστασία
που χόρευες με τα φτερά τ' ανέμου
άνεμος γίνηκες και πέταξες
με τον βοριά ξοπίσω σου
τα σωθικά μας ν' αγριοδέρνει.
                                                         Στην Αναστασία που...
9/4/2019

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Κ. ΚΑΡΟΥΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΗΛΕίασις"


Σύζευξη ποιητικής εσοδείας. 
Των Καλλιόπης Ι. Δημητροπούλου – Φωτεινής Αζαμοπούλου – Τάκη Κούρβα 
εκδ. Βεργίνα 2018

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, φίλες και φίλοι, σας ευχαριστώ για την παρουσία σας. 
Όταν ο ήλιος σε χτυπάει, αβάσταχτες ώρες μες στο καταμεσήμερο, παθαίνεις ηλίαση, όταν διαβάζεις και μελετάς και ανασαλεύουν τα στάχυα της ποίησης μέσα σου, τότε μια «Σύζευξη ποιητικής εσοδείας» σε κατακυριεύει και οι αχτίνες του δημιουργούν μια δεύτερη «Ηλείασις», αυτή που απορρέει από το φυσικό και το ιστορικό κάλλος του νομού Ηλείας, που προσυπογράφουν και υμνούν, ολυμπιοδρομώντας στις μέρες μας ποιητικά, τρεις ομοούσιοι φίλοι λογοτέχνες, η Καλλιόπη Δημητροπούλου, η Φωτεινή Αζαμοπούλου και ο Τάκης Κούρβας. Διαβάζω στη σελ. 81 – του Τάκη Κούρβα:«Ξελογιάζεται η σγουρόμαλλη φτέρη // με το πορφυρό ανταύγειασμα, τις ομπρελωτές στροφυλιές // διαδέχοντας τα λυγερόκορμα πεύκα… Με σφαλιστά τα μάτια αφουγκράζεσαι // στης ρίζας τ’ αναπαυτικό κάθισμα… και η σκέψη αποδήμησε // στη διαδρομή της Αλκυόνης». Διαβάζω στη σελ. 42 – της Φωτεινής Αζαμοπούλου:«Η αίγλη της ξεθώριασε // στα ξεθαμένα χνάρια της φωλιάζει ο μαρασμός. Αρχαία Σαμία // Ηλιόφωτη ώρα ευτύχησες, ικέτης ταπεινός // γόνιμη μνεία, ανάτασης περιήγηση // ολκής φωτογραφία με μια στοχαστική στο μέτωπο βαθιά ζαρωματιά». Διαβάζω στη σελ. 26 – της Καλλιόπης Δημητροπούλου:«…αδάμαστη αρχόντισσα // Μήτρα θεών κι
ανθρώπων συ Ανδρίτσαινα, με τ’ απέραντο αγνάντι // με τους θαμώνες σου αιώνες // τα πλατανόφυλλα τους ίσκιους σου // μαζώνεις του ήλιου το φως // στου πετρολίθαρου το μπόι. Αποκοιμήθηκε στο δρόσο σου η Ιστορία». 
Ποιος είναι πρώτος, ποιος δεύτερος, ποιος τρίτος; Μ’ ένα ισόχρονο συναίσθημα και οι τρεις, μ’ έναν ισοϋψή πόθο για τη γενέτειρα, μ’ ένα ισοβαρές συναίσθημα για το επέκεινα, το τάλαντο στην αποτύπωση των συναισθημάτων, έχει –φυσικώ τω λόγω– διαφοροποιήσεις, διακυμάνσεις και διακτινώσεις. Όμως η τρίκλωνη ψυχή και των τριών είναι ριζωμένη στα ίδια χώματα, στις ίδιες παραδόσεις, στην ίδια πατρίδα – γενέτειρα θρύλων, θεών και ιστορικών παραδόσεων. 
Γράφει η Καλλιόπη Δημητροπούλου (σελ.14-15):«Αγγίζω
τους κίονες // σφυρηλατούμαι στο φως τους // της ηλιόπετρας το θάμα φορώ // το διαχέει ο χρόνος και ψηλώνει της οικουμένης η πλεύση. // …Στο αρχέτυπο ίαμα κλίνω το γόνυ». Γράφει (σελ. 18-19):«Σε ποιον κάμπο της Ήλιδας // να
φυτέψω τη γλώσσα του Ομήρου… Πού να σε ταξιδέψω Ζαχάρω // κόρη της
ξωτικής ακτογραμμής με τις αμμοβολές σου στο στέρνο μου… Πού να σεργιανίσω της σποράς σου το άπειρο σόδεμα;» Ένας ευφρόσυνος ποιητικός παλμός αναδύεται, όπου η ελληνική ψυχή σπαρταράει στη μέθη, στην ιστορικότητα και στη διαχρονική παρουσία του νομού και στην αθανασία του έπους (οικουμενικής διάχυσης μηνυμάτων και ιδεόμορφου κάλλους) του ελληνικού τοπίου, που δεν μπορείς, παρά το δέος της χρυσελεφάντινης αυτής ιστορίας, να μην αφιερώσεις ευλαβικά τα μυρωδικά της ποίησής σου, γλυκό στεφάνι διακτινίζουσας περηφάνιας. Η φύση σε εμπνέει και τα μυστικά του σύμπαντος κόσμου λες κι αναδεύουν τα πέτρινα μνημεία της Ηλείας, όσο το ανθρώπινο βλέμμα ακουμπάει σ’ αυτά. Η Καλλιόπη Δημητροπούλου άφησε ένα σπουδαίο αχνάρι συνέχειας, ποιότητας και ψυχικής ρώμης, παντρεύοντας το ολύμπιο φως με το λάξεμα της ποίησής της, φτιάχνοντας το δικό της ελλανόδικο τέμπλο ποίησης «στο αρχέτυπο ίαμα κλείνοντας το γόνυ». Ο συναισθηματικός παλμός διαχέεται στο ποιητικό κείμενο, αλιεύει τις ιδέες του στην πανσπερματική ιδεοφιλία του λόγου και η ποίηση ανδρειώνεται –διάχυτη και ευγνωμονούσα– τις υπαρκτικές χιλιετίες της Ηλείας, μέσα από το πιο περιεκτικό ανταύγειασμα του λόγου, και ως ύμνος και ως περιούσιο στεφάνι
μνήμης και ολυμπισμού, στον πανδαμάτορα χρόνο, και ως θρεπτική ουσία καλλιέργειας και συνέχειας αυτού του λόγου, και ως ποιητική διαύγεια φωτός που εγκλείει πλέρια αισθητικότητα, πλέρια λυρικότητα, πλέρια κραυγή και πόνο στο καλωσόρισμα της αυριανής μέρας, πλέρια ψυχική ωριμότητα –και των τριών δημιουργών εδώ– και φυσικά πλέρια συγκινητική πνοή, συνταξιδιώτισσα στο χρόνο και στην έκφραση αυτής της αγαπητικής σχέσης και των τριών, με τη γενέτειρα γη της Ηλείας, που απηχούν τα παραπάνω ακριβοδίκαια και σεμνά, λάμνοντας και «φορώντας το μαγνάδι του ήλιου – με τη λύρα (τους) – κυοφορώντας μνήμες και στοχασμούς» (σελ. 34).● 
Μέσα στο αιθέριο κλίμα της «Ολύμπιας άνοιξης» ακουμπάει και ο δεύτερος στύλος της τριλογίας, η ποιήτρια Φωτεινή Αζαμοπούλου. Η περίτεχνη ωραιότητα της φύσης αντανακλάται στο καθημερινό γίγνεσθαι, και πώς αυτό προσμετράται σήμερα, στη σύγχρονη πραγματικότητα, χτυπάει η ποιήτρια το ρόπτρο του κινδύνου, «η αίγλη ξεθώριασε» γράφει, αποδυναμώνεται η νοσταλγία στους «δύσθυμους καιρούς μας», πονάει, ανησυχεί, στοχάζεται και μάχεται για την επικαιροποίηση αυτής της λαμπροφόρας ωραιότητας και της πολιτιστικής μας αναστύλωσης και αναβάθμισης. Βυθίζει τη λυρική της πένα στις χορογραφίες της φύσης, στην ανεπανάληπτη ιερότητα των μνημείων, στον έρωτα του Λούσιου, στον πλουτοδότη Αλφειό, στη φθορά της ανθρώπινης μορφής, στα όλβια αγαθά των ιαματικών, στο στράτο του μόχθου, στο θέριεμα της ιστορίας κ.λπ. Γράφει (σελ. 44):«Άπελπις η Αρέθουσα, ανέραστη // στη διαδρομή του πόνου, αιώνες τώρα σβήνει τη νοσταλγία στα ύδατα // τη νιότη της, χαράσσει ανάστροφη γραμμή στη διαδρομή του χρόνου». Και στις σελ. 56-57:«Διψασμένος ο τόπος // τη βλάστησε σα μήτρα (την Ιστορία) συμμέτοχος κι ο ουρανός τη δρόσισε // γοργά πρασίνισε η πλάση… έλαμψε το στέρνο στον ιδρώτα // …η μάνα ασπρομάντηλη ξεδιάλεξε τον καρπό – ακατάβλητη κι αφέντρα … χόρεψε η κρισάρα στα δυο της χέρια κεχριμπαρένιο τ’ άστραμμα του σπυριού // …την Ιστορία θρέψαμε, θρέψαμε τη ζωή…» Η Φωτεινή Αζαμοπούλου παίρνει τ’ ολύμπιο φως της Ιστορίας και του πολιτισμού μας και μας το αφήνει στα πόδια μας, σαν συγκρίσιμο μέγεθος πανανθρώπινων ιδεών και διαχρονικών σκιρτημάτων για τον Πανέλληνα –όπου γης– κάνοντάς τον συμμέτοχο σ’ αυτό το στραφταλισμένο φεγγοβόλημα της Ιστορίας, μ’ ένα ευλαβικό ξεψυχισμό, στις ανόργωτες καταστάσεις της σημερινής πραγματικότητας. Είναι η δεύτερη διάσταση αυτής της τριλογίας «Ηλείασις – σύζευξη ποιητικής εσοδείας». Φέρνει η ποιήτρια στην επιφάνεια το αρχέγονο στοιχείο δημιουργίας του τόπου μας και πόσο η φύση μεγαλύνει και συμπράττει στο δημιούργημα, στην τέχνη και στο αντικείμενό της, στον Λόγο, ως την επική του ή την τραγωδιακή του διάσταση. Η ποιήτρια αρμέγει την Ιστορία, σαν επανάκαμψη και στόχο ζωής, αφυπνίζοντας –μέσω αυτής– δείχνοντας ή καταδείχνοντας την αμείλικτη πραγματικότητα και την απόσταση του σύγχρονου ανθρώπου από τη γενέτειρά του και την ιστορία του.●
Ο Τάκης Κούρβας, ο τρίτος στύλος του τριγώνου «Ηλείασις», μ’ ένα πλέριο και συγκινητικό αποτέλεσμα συναισθηματικής κορύφωσης, αγγίζοντας πτυχές της φύσης, που αρμονίζουν την ψυχή σε σφαίρες ψυχικής ανάτασης, όπου ξεχειλίζει η άνοιξη, ξυπνάει η φύση κι η ψυχή και τα μάτια λαμποκοπούν. Γράφει στις σελ.78-79:«Ευωδιάζει ανθίζοντας η σκέψη // …από το παραλήρημα της Ίριδας… στο λιόγερμα λυγούν οι πικροδάφνες //…στης αρμονίας το πανώριο χαμόγελο //…λημέριασε ο νεραϊδόκοσμος… στ’ αναπετάρισμα της πεταλούδας // ο κόσμος αρμοδένεται στα πόδια σου». Ο
ποιητής αναδιατάσσει την ψυχική του διάθεση σε γόνιμη άνθιση πνευματικής και συναισθηματικής γονιμότητας, έτσι που το ολύμπιο πνεύμα να περιφέρεται και να προσαρμόζεται με της καρδιάς το σκίρτημα. Πίσω από την
ιστορικότητα των μνημείων και την κάλλιστη ωραιότητα του τοπίου, οσφραίνεται κι αφουγκράζεται τη φύση, ως μοχλό αέναης δημιουργίας στο σήμερα, που η διαμόρφωση και το κάλλος της φύσης εμπνέουν και διεγείρουν τη δημιουργία, τον ιστορικό μας ρόλο, εμπνέουν και τροφοδοτούν κάθε πηγή
ανθρώπινης δημιουργίας. Πίσω από το θαμπό παραβάν της Ιστορίας, ο στίχος αρμοσυντονίζεται, λυρικός, αισιόδοξος, παντεπόπτης και λαγαρός, όμοιο προανάκρουσμα της φύσης, μ’ όλες τις αποχρώσεις του συναισθήματος, που γεννάει ο γενέθλιος τόπος. Διαβλέπει το κάλλος και την
ομορφιά της συνέχειας στην ολύμπια χάρη της ύλης, του στοχασμού και της βαθύτερης αγάπης προς τη φύση. Γράφει (σελ. 80):«…και ανθορρόησε η άνοιξη // Ο ολύμπιος δρόμος με τα στοιχισμένα λιόδενδρα // οδηγεί στην απέριττη αισθητική αρμονία τους λάτρεις της σωματικής αρετής //
Ιπποκράτειο νάμα, επουλωτικό του διαμαντιού σου η πράσινη στάλα //
και των βλαστών σου τα νεύματα προανάκρουσμα ευτυχίας». Ο ποιητής βλέπει τη «σύζευξη –αυτής της– ποιητικής εσοδείας», ως το σπέρμα της
επιστροφής στη φύση, «στης ρίζας τ’ αναπαυτικό κάθισμα», που ξεκουράζεται το πνεύμα, αιχμαλωτίζει και ενεργοποιεί το συναίσθημα και συμφιλιώνει τον άνθρωπο με την αντίρροπη πραγματικότητα. Ο ποιητής
εμπνεόμενος από την «Αρχαία Ήλιδα», τα Ιερά της Ολυμπίας, τη γη του Σταφιδάμπελου, τον κάμπο των ελαιών, το Δρυόδασος της Φολόης, τον δρόμο της εκεχειρίας, με άλκιμο ανθρώπινο ήθος, τον δελφικό χρησμό… στην ολύμπια συμπολιτεία των ανθρώπων… τα θέτει όλα αυτά σαν «άγρυπνη φλόγα» κι ασπίδα ζωής για τον άνθρωπο. Οικουμενικοποιεί –ουσιαστικά– το αρχαίο πνεύμα, ώστε να υπερέχει η άμιλλα, σαν αγίασμα σκέψης και πράξης «όπου σφυρηλατείται της Ιστορίας το φρόνημα», όπως γράφει, «και στεριώνουν την Ακρόπολη της ψυχής μου».
Εκλεκτοί φίλοι, το βάλσαμο του τόπου και το φτέρωμα της ελπίδας κινούν τα νήματα αυτής της ποίησης (και των τριών), εγκόλπιο και καταφύγιο (γραφής, παρουσίας και ανάγνωσης). Είναι η προοπτική και το αγίασμα της νέας μέρας που ’ρχεται ιερή παρακαταθήκη στους ερχόμενους. Μέσα από το τοπικό στοιχείο, είδανε το οικουμενικό, μέσα από το ιστορικό στοιχείο, το ακατάλυτο και το διαχρονικό, μέσα από το φυσικό κάλλος, την ανθρώπινη
αναγέννηση και συνέχεια. Όλη η συλλογή διαπνέεται από πλέρια και ουσιαστική ομοιογένεια ύφους και ήθους, γλώσσας, ιδεών και οράματος, λυρικής έξαρσης και αισιοδοξίας, ιστορικής και στοχαστικής προσέγγισης,
άπλετης φυσιολατρίας και πατριδοφιλίας, ιστορικής και γόνιμης αναδρομής και μνήμης, αισθητικής παρουσίας και σύζευξης ιδεών, προτάσεων και διεξόδου. Εδώ ενυπάρχει, εκλεκτοί φίλοι, εν δυνάμει, μια πλήρης αλληλοσυμπληρούμενη (για τον καθένα τους) ποιητική ουσία ψυχικής, λυρικής και συναισθηματικής δόμησης και δύναμης που αναγάγει το βιβλίο
–συνολικά– σε ποιητικό επίτευγμα «σύζευξης και ποιητικής εσοδείας» του καιρού μας. Στο πνεύμα της «Ηλείασις» και στην ηλιόδρομη πορεία του «πολλά ειδύλλια μπλέχτηκαν απάνω στης αγάπης τον πρασινόχρυσο καμβά»
(σελ. 57). Ένα βιβλίο σπονδή στην Ιστορία, στη φύση, στην αγάπη, στην παράδοση και στην ποίηση.
Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας.

Κώστας Καρούσος Ετ.Ελλ.Λογ.20/10/2018

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Β. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΗΛΕίασις"


«ΗΛΕΙΑΣΙΣ: Ανθρώπων φως και φίλιωμα την Ηλειακή γη»

«Ηλείασις» –αλλά και «Ηλειάκεια»– ο τίτλος της ζωοποιού έμπνευσης ποιητικής συν-ποίησης των τριών Ηλείων δημιουργών, η οποία αναδεικνύει την έκπαγλη και διαρκή νεότητα της ηλειακής ψυχής, μέσα από αναπάντεχες εκρήξεις μνήμης, συσσωρευμένες εντάσεις και φωνές, άλλοτε ιαχέςκι άλλοτε τιτιβίσματα και παιχνιδίσματα φωτός. Εδώ έχουμε να κάνουμε, διαπιστωμένα, με συγγενείς ποιητικές ιδιοσυγκρασίες, με κοινές καταβολές και ρίζες που η γραφή τους αποπνέει έναν διάχυτο ερωτικό παγανισμό, όπου όλη η θεϊκή Ηλεία, εκλαμβάνεται ως δοτικό ερωτικό σώμα. Η μεγάλη μας ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, στον πρόλογο του πονήματος αυτού, γι’ αυτή τη «Σύζευξη ποιητικής εσοδείας», εκφράζεται επαινετικά. Ολιγόλογο προλόγισμα διεσταλμένης έσω πνοής, λόγος εμπύρετος και ταυτόχρονα βυθοσκοπικός.
Την «Ηλείαση» προσωπικά, την ανέγνωσα ως ΟΛΟΝ ΠΟΙΗΜΑ. Λες γραμμένο από έναν και μόνο δημιουργό. Εδώ μέσα, όλα γιορταστικά. Όλα της πανηγύρεως. Φτερωτάανήσυχα μπράτσα, συναγμένα για θυσία και αξεδίψαστο αντιλάλημα στην Άμιλλα, στην Ευμένεια και στην Ανθρώπινη Τιμή, στο βωμό της Ολυμπίας, για σπονδή στον ευμορφέα ολυμπιακό ύμνο της Ειρήνης. Φίλοι ποιητές, ντύσατε την Ηλεία Καρυάτιδα. Μια επιπλέον στην αδιασάλευτη μαρμάρινη παρουσία τους στο Ερεχθείο της Αρμονίας. Μας τιμάτε ακόμα, με μια ποίηση που διαφοροποιείται από τα γνωστά (οικεία πλέον… δυστυχώς…) σχήματα ποιητικής φόρμας, δομής κ.λπ. που περιβάλλονται από την βαρετή αχλύ της αοριστίας, ηχείο ενός κόσμου εσώτερου δυσνόητης νοηματικής αλχημείας και γλώσσας στεγνής και αδιάφορης. Ποίηση ηχήεσσα. Όλα γραμμένα με την νοσταλγία της αλαφροπάτητης ηλειακής γης, εξ αυτοψίας αντιληπτής απ’ τον αναγνώστη με τα δάχτυλα της ψυχής. Ποίηση επιχρωματισμένη απ’ τις ανταύγειες της Ελιάς και της Σταφύλου, σ’ ένα όργιο κίνησης, ήχων, ρυθμών και παροξυσμών που αντιστικτικά τη διαδέχεται η θεϊκή γαλήνη του Ιόνιου πελάου και το θρόισμα του θαλασσοπόρου μαΐστρου το οποίο φιλεί τον περίκομψο Τριπυλώνα της Ολυμπίας: Άμιλλα, Κάλλος και Πνεύμα.
Η σημερινή μου ομιλία έχει μια πρωτοτυπία. Θα είναι ένας διάλογος καρδιάς με κάθε έναν από τους τρεις ποιητές. Το: «Ξέρεις, Νίκο!…», μια φράση – εναρκτήριο κάλεσμα της ποιήτριας ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ στον «ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ» (Νίκο Μπελογιάννη) στο ποίημά της – «φόρο τιμής» στον Αμαλιαδαίο αγωνιστή, μου έκανε ξεχωριστή εντύπωση. Μου πρόσφερε τη δυνατότητα να επικοινωνήσω με τους εξαίρετους Ηλείους δημιουργούς με αυτή τη φράση-κλειδί, θεωρώντας την ως άγγισμα ανεμοφτέρουγο και ευφραντικό, μιας συνάντησης ανεπανάληπτης με το ποιητικό τους σώμα. Αποτείνομαι, λοιπόν, στην πρώτη ποιήτρια της συλλογής, λέγοντας:
«–Ξέρεις, Καλλιόπη… θαύμασα τον τρόπο με τον οποίο μίλησες στην Ηλειακή γη σου. Τα κατάφερες, απ’ τις κορφές των στίχων σου με τη γαλήνια πληρότητα του Αθλητή ή του Κριτή του Ολυμπιακού Αγώνα, με την ψυχή σου πάντα να προπορεύεται, ως ανθός μυριστικός και να μεταμορφώνεται σε κότινο τιμημένο για το νικητή. Αισθάνθηκα πως κρυφάκουγα τα ποιήματά σου πριν τα γράψεις, ερωτευμένος κι εγώ μ’ αυτή τη Γη που εισχώρησε στα φυλλώματα της Συλλογής. Μια συνάντηση η οποία με συγκίνησε ιδιαίτερα, μια κι ο φωτοχαρής λόγος σου με οδήγησε ξανά στην Ηλεία ως σπονδή επαναλαμβανόμενη στο κάλλος και στην αρμονία που ακόμα ανατέλλει, ενός τόπου του οποίου η εγρηγορούσα ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή, εκπέμποντας στον κόσμο το θεραπευτικό της φως. Ποίηση επικολυρική, αλλά με ταυτόχρονη πύκνωση του λόγου η οποία γίνεται μελωδικό τραγούδι, ηλιοχαρές πάντα, ποτέ πενθήμον λόγος.
Λόγος ξεκάθαρα εξωστρεφής και θορυβώδης στην ανάφλεξη της Λέξης, από φλέβες ονείρου κι απ’ το κέντρο της αθωότητας περασμένο, το ανοιχτό, φωτεινό σκηνικό της έμπνευσής σου. Ακόμα, με δέος κι ευθύνη αλχημίζοντας το σκότος σε φως ζωής, διευθετείς το εκκαμινευμένο υλικό της μνήμης των άσπιλων χρόνων της γενέθλιας γης που αφορά πρόσωπα και γεγονότα και μας το παρουσιάζεις πυρωμένο σίδερο. Και γλώσσα; Μα ποια άλλη από εκείνη των ελληνικών της Ωραιότητας, τα οποία προσφέρουν κάτι το αρίφνητο, τον εκ θεού ευλογημένο τρόπο της ανύψωσης ενός υπερνού. Του Ελληνικού. Του γόνιμου κλήρου, του ελληνικού κόσμου «εν προόδω», το οποίο είναι και το ζητούμενο στην ακρωτηριασμένη Ελλάδα του σήμερα.
»–Ξέρεις, Καλλιόπη… Ένιωσα τη ρίμα σου να ταξιδεύει σα ματιά βασιλεμένη πάνω απ’ τα εννιάκορφα μακροβούνια της Ηλείας, αλλά και πάνω απ’ τη βαθύκολπη μήτρα της Ολυμπίας και μήτρα της πανανθρώπινης Ειρήνης. Την είδα, επίσης, να αναμετρά στα βιαστικά τους αθλητές, ζώντας το νόημά της βαθιά, με την αίσθηση του πενταπλού ρυθμού, στο έξοχό σου ποίημα ΑΡΧΑΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑ: «Στο μεγαλείο του κάλλους
νοτίζει της Αρέθουσας το ηλιόχρωμο πέπλο,
δακρύζει του Αλφειού η κοιλάδα.
Τον κότινο της νίκης κρατώ.
Σιωπώ. Θάλλω.
Στο αρχέτυπο ίαμα κλίνω το γόνυ».
Όλα τα ποιήματα, της λιόχυμης γλώσσας, παρμένα από την Ελληνική Μυθολογία, την Ιστορία και τη Λαογραφία, λειτουργούν ως ένα ανεπανάληπτο πενταφτέρουγο εγκώμιο ελληνικής ψυχής:
«Σε ποιον κάμπο της Ήλιδας
να φυτέψω τη γλώσσα του Ομήρου;
Πού να σεργανίσω της σποράς σου
το άπειρο σόδεμα;
Αδάμαστη και πανέμορφη Ηλεία,
μας έχεις χαράξει για πάντα».

Στον μοναδικό σου σε ομορφιά «ΚΑΪΑΦΑ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ», «τα παιδικά (σου) κύμβαλα πυρβάλουν πίσω στο χρόνο (όταν) τρέφει έναν ίλιγγο ετούτη η γη με τα πανάκριβα ραφτικά της». Ως παιδί γυρίζεις στη γη των γονικών σου για να πεις «…στην άρπα ετούτης της γης γεννήθηκαν τα θεία γονικά μου. Στην ηχώ της εκούρσεψα το «νό-στιμον ήμαρ» μου.
»Ξέρεις Καλλιόπη… πολυτάλαντος και ακάματος νους, ιερουργός σε χώρο θείο και ξενιστή, με την ευαγγελιζόμενη χαρά της γνωριμίας με τον κόσμο, στέκεται ο δικός σου νους, σε τούτο το γύραθε σεργιάνι. Και πού δεν ταξιδεύει; Φτάνει στην «πέτρινη κυρά» μήτρα θεών και ανθρώπων, την Ανδρίτσαινα, σ’ αυτήν που «αποκοιμήθηκε στο δρόμο της η Ιστορία». Αυτή η οποία «μαζώνει του ήλιου το φως στου πετρολίθαρου το μπόι», όπως λες… Στην «ΚΑΖΑΡΜΑ ΤΟΥ ΚΑΪΑΦΑ» και «στων στοχασμών σου το λειμώνα, το Ιόνιο πέλαο», μέρες φθινοπωρινές της Σποράς, του Αγιοδημητριού, στη λάκα της Μουντρίτσας, στο Γρύλλο. Αλλά θα σταθώ και στα πρόσωπα, τα οποία φωτίζεις και αγλαΐζεις με ανείπωτη ευφροσύνη, πρόσωπα Ηλείων Δημιουργών του χθες και του σήμερα, ιστορικών προσώπων, πολιτικών κ.ά. με οδηγητικές τους αρχές τη συνείδηση της ελληνικότητας και την αισθητική παγχρωμία που αποκαλύπτει έναν εσώτερο πολιτισμό, εκείνον της καλλιέργειας της ψυχής (caltura animi) κατά Κικέρωνα. Τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο από την Αγουλινίτσα, τον θρεμμένο από τρία ποτάμια και δοξασμένο με τον «Νεκρόδειπνο». Αυτό, που όπως λέει, «με τ’ αλάτι και το ψωμί του πολέμου τάισε όλα του τα ποιήματα». Τον ειρηνευτή και «συνοδοιπόρο στο χνάρι του δίκιου» ποιητή της Δόξας, Τάκη Δόξα. Την αισθαντική και πολυβραβευμένη ποιήτρια Ντίνα Σκουλαρίκου-Γεωργιάδου και σύζυγό μου, την οποία προσκαλείς «λάμνουσα να ’ρθεί φορώντας το μαγνάδι του ήλιου, τις μέρες τις ευκολοφόρετες σιμά στην εκκλησιά της Άγιας Κυριακής στο Επαρχείο, εκεί που αρμόζουν οι φθόγγοι και λύριο το τραγούδι γεννιέται». Φόρος τιμής στην ποιήτρια, που κατά την συνάδελφό της στην Τράπεζα της Ελλάδας κάποτε, τη μεγάλη μας Κική Δημουλά, «ο στίχος της φιλί είναι που αναβλύζει τη θερμοκρασία της βυζαντινής εικόνας».
Στον εκδότη της θρυλικής «ΑΥΓΗΣ» Αύγ. Καπογιάννη, του Πύργου το γιο, του αλίμενου νου και της λεύτερης δημοκρατικής σκέψης, στην οποία με τιμή στέκεσαι: «Αρχάγγελος στο στέρνο του τυπογραφείου με την κοντυλογραμμένη σοδειά του ν’ ανασαίνει, στους γραφειάδες χτύπους της καρδιάς του, της εφημερίδας του».
Στον Δ. Σιμόπουλο, τον λαμπρό επιστήμονα αστροφυσικό, στον «Γιο του Γρύλλου και τ’ ουρανού».
Αλλά και για τον «κατερχόμενο από τον Ενιπέα νυμφοποτισμένο μουσικοσυνθέτη Ηλία Ανδριόπουλο, που «ποιεί μουσικά μνημεία», μέλος ασύγκριτο και ηχηρό ως νάμα ψυχής εποίησες. Όσο για το πιο τραγικό πρόσωπο της πινακοθήκης σου, τον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο», τον Αμαλιαδαίο Ν. Μπελογιάννη, τι να πούμε; Οφειλέτης, στάθηκε, για τους καημούς των άλλων, όλου του κόσμου, με την τόλμη του μπροστάρη που βάζει απ’ όλα πάνω, το Χρέος. Δυσεύρετο είδος ανθρώπων σήμερα που πριονίζονται όλες οι αξίες από τα ανθρώπινα τρωκτικά και τη θέση τους παίρνουν άλλες με γυάλινα πόδια.

«–Ξέρεις Φωτεινή… Ηλιόφωτη ώρα ευτύχησες να καταθέσεις τον όμορφο τίμιο στίχο σου, αυτόν που τον εμπνέουν οι καλλιπλόκαμες να αναερούσες Μούσες της ηλειακής γης και του αείποτε νέου ανθρώπου της. Κάλλιστος θήρα του ωραίου και θεϊκό συναπάντημα με το «αείδιον» φως του σπερματικού λόγου, έλαχε σ’ εσέ η έμπνευση της Μούσας σου, για την πατρώα, μητρίδα γη σου. Και τιμή στην Ελληνομνημοσύνη και στη Λαϊκή παράδοση που παραμένουν σήμερα ορφανές λες, σ’ έναν κόσμο χωρίς μνήμη και συνείδηση της ταυτότητάς του. Στέκομαι στον ανθρωποκεντρισμό της διανόησής σου, ο οποίος γίνεται ορμητικός ποιητικός λόγος, νοσταλγός συνεορταστής μετά θεών και ανθρώπων στους αρχαίους βωμούς. Στέκομαι, ακόμα, στην Αγάπη σου για εκείνους τους απόγονους τους αγλαούς της Ηλείας, που «πρώτη τους έτυχε πνοή στη διάχυτη του ήλιου της αχτίδα», όπως λες στο πανωραίο ποίημά σου «Ηλείασις», μια συμποσιακή συμμετοχή στο τραπέζι του Ωραίου με το θεό της ευγονίας, που κάρπισμα ανασεμιάς καινούργιας, σ’ αυτή τη γη απιθώνει. Μας προτείνεις το «Ηλειακό αεί γίγνεσθαι» ως μόνιμη στάση ζωής, ένα πλησίασμα του κόσμου ετούτου, δηλαδή, το οποίο πάντα πρέπει να γίνεται με την ευαίσθητη κεραία της ένσαρκης φύσης, αυτής που θεωρεί και αποθεώνει ποιητικά τον κόσμο γύρω.
»–Ξέρεις, Φωτεινή της ερωτευμένης καρδιάς… χαρτογραφείς με τη διπλή όραση ψυχής το λεπτοφανές σώμα της Ηλειομνημοσύνης, ευκτήριο οίκο ομορφιάς και μαγείας, αλλά και δυναμογόνο αχτίδα οδηγό ζωής. Έναν οίκο που έχτισε η αγωνία και η θέληση της πλατιάς αναπνοής της έμπνευσης του Ηλείου Ανθρώπου στο πέρασμα των αιώνων, με πνεύμα, ήχο, μάρμαρο, πηλό, μέλος και στίχο και που εσύ, ως ευλαβής συναξαριστής, συνέλλεξες και αποθησαύρισες. Στο αείφωτο το ηλειακό, προσκύνημα επιχειρείς στη Φύση την αχτιδοβόλα της μάνας γης σου, μάνας όλων μας τελικά, με μια ένταση λόγου που αναμοχλεύει και χοχλακιάζει τους ρυθμούς και τους χυμούς της. Μήτρα και λαγόνα φωτερή αυτή η γη που τραγουδάς, αυτή η οποία μες στην ευμένεια των θεών της, εξαίσια παιδιά εκάρπισεν.
Η «ΑΡΧΑΙΑ ΣΑΜΙΑ» σου βγάζει καημό. Οράς την ξεθωριασμένη της αίγλη απ’ της Ακρόπολής της την πιο ψηλή κορφή, σε «ανάτασης περιήγηση, ολκής φωτογραφία και γόνιμη μνεία», της Αρέθουσας και του Αλφειού τα μυθικά πρόσωπα τα θεογέννητα ξαναστήνεις. Ζωντανεύεις το μύθο «χαράσσοντας ανάστροφη γραμμή στη διαδρομή», όπως λες, θέλοντας την ακατάδεχτη κι ανέραστη ακόμα κυνηγό, την ποθοπλάνταχτη να αποζητά, να βρίσκει και τελικά να ενώνεται με τον πλουτοδότη μυθικό ποταμό.
»–Ξέρεις, Φωτεινή… μια ποιητική συντομογραφία ψυχής η ποίησή σου. Σκόρπια ψίχουλα. Άγιος άρτος. Πνευματικοί σφυγμοί στη χρυσωμένη κιβωτό του αρτιωμένου λόγου. Επιτεύξεις ποιητικές με αδιάλειπτο οίστρο γραμμένες και με τη χαμηλόφωνη γλώσσα της εξομολόγησης. Την ευτυχία της ζωής γύρω περιγράφουν, την έγκλειστη νοσταλγία απελευθερώνουν στις ψυχές με παραστατική δύναμη. Στέκομαι με ευλάβεια στο ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΔΕΝΔΡΙ (σελ. 45).
Πολύτιμα πετράδια – ψηφίδες σ’ αυτή τη γέφυρα στοργής, επικοινωνίας, αγάπης, συγκίνησης της πείρας αυτό που έστησες μπροστά μας, το Ηλειακό Σύμπαν δηλ., όπου τόσα αγαπημένα θυμητικά χώρεσαν!                                                                                                                                                     
Τόσες και τόσες προσωπογραφίες της ψυχής των ανθρώπων μας πρόσφερες. Αντί-δωρο του άγιου άρτου της ελληνικότητας. Στο αγροτόπι. Στις θημωνιές. Στον τρύγο. Στα τραχιά ανηφόρια. Στις ξέφραγες αυλές. Εκεί που η ηλειακή ψυχή δροσερεύει τα καλωσορίσματα. Οι «Χορταριασμένες Γραμμές», οι ηλιοδιαδρομές με τα πολλά ειδύλλια που πλέχτηκαν στης αγάπης τα βαγόνια, διαβάλλεται ως ανοιχτό παραθύρι στο θρυμματισμένο χθες που αρνείται να πεθάνει και να μείνει «γλυκεία νοσταλγική ανάμνησις». Μου θύμισε το βιβλίο «Το Χρονικό της μικρής μας πόλης» (Πύργος – Κατάκολο με τον Κωλοσούρτη) του αείμνηστου Γιώργου Μιχ. Σκουλαρίκου. Περπατημένος ο Γιώργος, ασμένως στου θέρους το πρωτάστραμμα, επιβάτης στο τρενάκι των εννιά κι ερωτευμένος! Εξαιρετικό, τέλος, το ποίημα «ΣΥΝΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΣΟΥ», γραμμένο με την Ηλείο σημαντικό ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο.
«–Ξέρεις, Τάκη Κούρβα… «Οφειλέτης» κι εσύ ποιητής σ’ ένα παρελθόν που ακόμα λάμπει και γόνιμο εστί, αυτό της τρισένδοξης ιστορίας του Γένους και της Ελληνο-μνημοσύνης και ως ποιητής «ενεργός βίος ψυχής» σε αυτή σου την κατάθεση εδώ, ευαγγελίζεσαι την πνευματική ενότητα, εγρήγορση και ανανέωση του «αιώνιου κύρους» της ελληνικότητας. Καταθέτεις σε αυτή την «ποιητική εσοδεία» των τριών Ηλείων δημιουργών το «ευαγγελισθέν» φως της Ολυμπίας, μ’ ένα στίχο που κραυγάζει θαρραλέα την Αλήθεια και την ομορφιά αυτής της πατρίδας, νοσταλγός και υμνητής μαζί, ενός αξεπέραστου αρχαίου μεγαλείου. Ορθός λόγος, της πρώτης γραμμής, με τα θούρια της Ελπίδας και την κλαγγή της ανάτασης. Μια «εκδρομή» στην Ηλεία της Καρδιάς που δεν τελειώνει, η ποίησή σου, με αποθησαυρισμένη ηλειακή ενέργεια περισσή για τους μακρείς χειμώνες του κόσμου ετούτου, οδηγητική για τον άνθρωπο των ανήσυχων σήμερα καιρών, του ισχνού πάθους και της εκδημίας του νου, από τις αιώνιες, διαχρονικές ανθρώπινες αξίες που μητρίδα, πατρίδα τους έχουν την Ελλάδα.
Ως ποιητής των ανοιχτών οριζόντων, υπηρετείς και υπερασπίζεσαι «παντί σθένει» το μέγα αισθητικό γεγονός της ελληνικότητας, που έχει με το μέρος της όλους τους αιώνες της ανθρώπινης δημιουργίας, διαλεγόμενος μαζί της νοσταλγικά, κάπου στο μεταίχμιο ύπνου και εγρήγορσης, όπου οι οπτασίες και τα μηνύματα από το παρελθόν, έρχονται και επανέρχονται στο πορφύρωμα της ανατολής. Η εκδρομή που μας προτείνεις στο Ηλειακό φωτερό σύμπαν καλόδεχτη. Σε ακολουθούμε ψαύοντας το ανά χείρας σώμα της γραφής σου, που ’χει την κλεψύδρα των σελίδων του αξόδευτη, με οδηγό εσένα πότε με το δισάκι του σποριά και πότε με το τράστο του αργάτη στα αγροτόπια, στα λιοχώραφα της «Καλλίστου Ηλείας». Εκεί που μας προσφέρεις το ίαμα στηθοσκοπώντας το μωλωπισμένο κορμί της από τα δεινά τα οποία της προσφέρει η «πρόοδος» και ο νέος «πολιτισμός» του σήμερα, αυτός που δεν λιγοστεύει, δυστυχώς, τη μοναξιά μας και δεν μας απογειώνει. Προσκύνημα η εκδρομή που μας προτείνεις Τάκη Κούρβα, στην Ολυμπία, τα ιερά, στου αιγληγέτη Δία την ατείχιστη πόλη με «ξεθηκαρωμένα τα όπλα της Αρετής», όπως τα θες, αγαπητέ μου ποιητή, μέσα στην «ξελογιάστρα καλλονή του τοπίου», στις πλαγιές του Κρόνιου Λόφου. Κι από κει, θείο ταξίδι και κόνιασμα στην Αρχαία Ήλιδα και στα «άυλα τείχη της τα βαριά», διάβα του αγωνιστή άλκιμου παλαιστή ή δρομέα που το μήνυμα της πανανθρώπινης Ειρήνης μεταφέρει, θώρι από εκεί κι αγνάντιο στα Λέτρινα, στης Σκαφιδιάς το λιμάνι, αζευγάρωτοι πηγαίνουμε οι αρσενικοί, να τους σκλαβώσουνε λένε οι νεράιδες της Κυλλήνης. Πιο κάτω, η «Σταφιδάμπελος γη», με το «φρουτένιο της χρυσό» τον γουρμασμένο, αυτή η «Μαυρομάτα θεά» μας αναμένει κι απέναντι του «Ζάντε η ώριμη και νωπή κυρά, που το ζαχαρένιο της κορμί ξαπλώνει για αφυδάτωση, στου έρωτα των αλωνιών τη θέρμη», μεστή στη γεύση. Κι ύστερα, ανέβασμα στο κάστρο, το Χλεμούτσι της Ήλιδας, το στολίδι, «εκεί που τεργιώνει την πέτρα η αστραπή», όπως λες, «να αναχαιτίζει το κακόβουλο βλέμμα στου Μορέα τον λιμνιώνα». Η γενέθλιά σου γη και δική μας καταφυγή, αναρριγά από ήχους αιολικούς και «τοξεύει τα όνειρα» ενώ: «αθώρητο χέρι σε κρατά στο αθάνατο των αρωμάτων». Βυθίζεσαι, ποιητή, στην ένθεη φλόγα, την «πύρινη λαίλαπα» της Ολυμπίας Γης, της πετρωμένης Αρμονίας, ηδύ το μέλος της ψυχής σου υπακούει στη μύχια επιταγή της Ιστορίας που ακάλεστη νικά τον Μύθο, «κάτω απ’ του Επικούρειου Απόλλωνα το σεληνόφως». Αλλά και στο φτερωμένο σου ταξίδι στην Ολύμπια Άνοιξη, καταπόδας, σε ακολουθούμε, στη Νέδα, την κόρη του Ωκεανού πάνω «στα αμόλευτα βουνά» και στου «Ηλειακού Πηνειού» που «λημεριάζει ο νεραϊδόκοκσμος» πριν το «νιόλουστο κορμί του χυθεί στο Ιόνιο». Στο δρυόδασος της Φολόης κι αλλαχού, αλλά και στον παράδεισο της Στροφυλιάς, όπου «η ψυχή συμμαχεί μαγικά κι ο νους αιχμαλωτίζεται».
»–Ξέρεις, Τάκη… για τέλος σου φυλάξαμε «λίγα της πλώρης λόγια», «αιθερόπλοα κατάρτια» σε ανασκαμένες σελίδες, για να σου σφίξουμε το χέρι. Εκεί στη «Στάση Ανδρέας Καρκαβίτσας».
Και στους τρεις, θερμά να ευχηθούμε, πάντα τα σωθικά τους να γεμίζει ο αγέρας της Ηλείας, με λυρικά και μαγικά ρήματα κι η Γη της, ένα γύρω διανέμισμα, κάτι σαν ευτυχές ποιητικό συλλείτουργο. Νερό δροσοκελάηδι και ελιά χαμογέλιο. 

του ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ 

Ιστορικού -Λογοτέχνη.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

ΟΜΙΛΙΑ .ΤΟΥ Κ. ΚΑΡΟΥΣΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΤΗΣ ΜΟΥΣΑΣ ΕΠΙΚΛΗΣΗ"


Η ομιλία του κ. Κώστα Καρούσου, προέδρου της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, κεντρικού ομιλητή στην παρουσίαση του βιβλίου μου «Της Μούσας Επίκληση»
«Της Μούσας Επίκληση»
Της Καλλιόπης Ι. Δημητροπούλου
Ποίηση, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα 2017
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, φίλες και φίλοι
Η ποιήτρια, γνώστρια της αισθητικής πλατύτητας που εκφέρει και έχει ο λόγος της ποίησης, όταν δονείται από λέξεις που κατευοδώνουν τη ζωή και τον άνθρωπο, της όποιας ανάτασης, θαρρείς ότι ενυπάρχει αποκρυπτόμενη και αναδυόμενη στο φως της συναισθηματικής και ψυχικής έξαρσης της ποιήτριας και ταυτόχρονα διασπάται σε μύριες ηχητικές και λεκτικές αναλαμπές, που αισθητικά εξαγνίζουν και αποκαθαίρουν αυτή την ομορφιά, της πνευματικής πανδαισίας που χαρίζουν.
Δεν είναι πολλά τα βιβλία, που έχουν αυτή την παλλόμενη ομορφιά της αισθαντικότητας και της αυθεντικότητας, και βεβαίως δεν είναι μόνο το χαρισματικό λουλούδι της έμπνευσης, αλλά το χρόνιο και διαφυλλασσόμενο αποτέλεσμα της τριβής, με το ποιητικό αντικείμενο. Η λέξη και το ποίημα γαλβανήθηκαν κατ’ επανάληψη στην κονίστρα της ζωής και επαναλειτούργησαν στις μυλόπετρες της ζωής, και επαναδιατάχτηκαν –ως ποίημα πλέον– στο ποιητικό κείμενο. Η επεξεργασία, της καλύτερης –κάθε φορά– και πιστότερης, ψυχικής απόδοσης εννοιών, ήχων και ιδεών, γίνεται –κάποτε για τον δημιουργό– ένας λεξικίνητος τρόπος (μιας παντοδύναμης υπομονής φορέας) που ανατρέπει τα καθιερωμένα σταθμά κρίσης και αισθητικής αξιολόγησης του κειμένου και ανεβάζει περισσότερο στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι –όπως εδώ– την αξιοπιστία και τη λυτρωτική, λυρική δωρεά του στον αναγνώστη, γιατί ακριβώς ο στίχος παίρνει όλο το ζύγι και το βάρος της κοινωνικότητας και της αμεσότητας του χώρου και του περιβάλλοντος που δρα ο λογοτέχνης. Ως άτομο που διδάσκει και επικοινωνεί καθημερινά με αδιαμόρφωτους χαρακτήρες νιότης, είχε και έχει την ικανότητα και της αντίστασης και της αξιολόγησης του λόγου.
Αφουγκράζεται –η ποιήτρια– όλο το μοσχολίβανο της ποίησης του καιρού μας, κι αυτό ζωντανεύει, φυσικά στο ποίημα, τον ποιητικό λόγο, κοινωνικοποιημένο και μουσικο-θεατρο-ποιημένο, κατά πώς η ζωή το λάξευσε και το κέντησε στην αρμονία της ψυχής και του πνεύματος της δημιουργού. Έσκυψε η ποιήτρια με κοινωνικό στοχασμό και αναζήτησε τις καλύτερες διεξόδους αξιολόγησης των ανθρώπων και της ποίησης σήμερα.
Η χρήση του υπερρεαλισμού, με στοιχεία υπερβατικότητας και συναισθηματικής ροής, είναι το κατ’ εξοχήν προσεγγίσιμο στοιχείο της ποίησής της. Εδώ ο υπερρεαλισμός υπηρετεί το κοινωνικό πεδίο και είναι –εν πολλοίς– το αντίβαρο στην αφαιρετικότητα του στίχου. Η δυναμική του απορρέει από την εννοιογενετική δύναμη της λέξης, από την εξαιρετική και εκθεσιακή παρουσίαση της φύσης, από την καταγγελτική (χωρίς διδακτισμό) στάθμη, της ανυπεράσπιστης πραγματικότητας των πολλών, και πως λυρικά, ιδιότυπα, στοχαστικά και προσεγμένα την αποκωδικοποιεί. Η ποιητική φόρμα και το ύφος, βοηθάει και τονώνει το ηθικό στοιχείο και την αμοιβαιότητα. Ας κάνουμε μια σύντομη επιλογή στίχων.
«Ο ραψωδός χρόνος, στης σοφίας το λίκνο // τη λάμψη υμνεί //
με εγκώμιο ηλιόλουστης γνώσης // Ήλιος θεός τα μάτια μου λούζει // με ασημόφυλλο κλάδο ελιάς πλέκω στεφάνι».
«Οι φωνές των πολέμων // ματώνουν τις αρτηρίες του κόσμου //
…σπονδή σοφίας και γνώσης // η ηχώ της σμίλης του ωραίου //
…Οι παλιές λέξεις που κρατήσαμε // …δονούν τους καθρέφτες στον ύπνο μας».
Η ποιότητα, η υψηλή στάθμη της ποιητικής έκφρασης, η νοηματική ευρηματικότητα, η ομαλή διαδοχή των εικόνων, το μουσικό στοιχείο της εσωτερικότητας, η καλοδιατυπωμένη λεκτική της πρωτοτυπία κλπ. προσδίδουν μιαν ιδιάζουσα γοητεία θελκτικής – ποιητικής ατμόσφαιρας, που σε καθηλώνει ακόμη περισσότερο, η ευρύτητα της χρήσης της γλώσσας και ο συνεχόμενος και γλυκύς και ποικιλόσχημος ποιητικός οίστρος του βιβλίου. Εδώ η ποίηση ανηφορίζει με καλπάζουσα –συχνά-πυκνά– ιδεόσχημη και πολύστροφη την εννοιογενετική της ετυμολογία και ανασύνθεση των εκφραστικών της μέσων.
Ας δούμε, επιλεκτικά, σκόρπιους στίχους της ποιήτριας και τον λυρικό – προσωπικό προσανατολισμό της.
«Κάθε πρωί βουτούσαμε τον κουβά στο πηγάδι
και ανεβάζαμε καπνισμένες πέτρες» (σελ. 86)
«Στο στήθος ασπίδα κρατώ // της Κυριακής ενάλιες ανάσες
νοιώθω, τρυγώ // το απύθμενο της ραστώνης το φως» (σελ. 84)
«Το αντίδωρο χρειάζομαι // της ΝΙΟΤΗΣ… // ευλαβικά το προσμένω
για ν’ ανοίξω διάπλατα // το παραθύρι της ζωής μου
το αντίδωρο χρειάζομαι // της ΕΙΡΗΝΗΣ» (σελ. 82)
«Το ωραιότερο ποίημα το κρατώ για σένα
μυρωδικό που φύτρωσε σε ηλιόπετρες ανάσες» (σελ. 81)
Παρατηρούμε ένα περιφερόμενο συναίσθημα, που όμως προσγειώνεται πάντοτε στον άνθρωπο και πίσω από την κοινωνική διαπίστωση που αφορά τη ΝΙΟΤΗ και την ΕΙΡΗΝΗ. Πίσω από τη διαπίστωση του άδειου κουβά, που ανασύρουμε –κάποτε– στη ζωή μας, και πίσω από «το ωραιότερο ποίημα» που ο καθένας προσφέρει ή μπορεί να προσφέρει, υπάρχει το αντίδωρο της ανάσας που «φύτρωσε» στο καμίνι της γνώσης, της εμπειρίας, της αδιάκοπης προσμονής, της διάπλατης παιδείας, της αναστάσιμης άνοιξης, της κοπιαστικής επιβίωσης, στις θαλερές και αλκυονίδες μέρες της ζωής, στο λαχτάρισμα της δημιουργίας που δημιούργησαν και γεννήθηκαν «σε ηλιόπετρες ανάσες». Γνωρίζει, πως ανασαίνουμε τη ζωή ευρισκόμενοι πάνω στην πέτρα (της βιοτής) που πυρώνουν οι ανακολουθίες και τ’ απρόσμενα –κάποτε– γεγονότα.
Στοιχεία, λοιπόν (της ποίησης – εδώ), που προσυπογράφουν το εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα της δημιουργίας, είναι το ολοζωής γενναίο σφυροκόπημα του λόγου, πάνω στις αμείλικτες συμπληγάδες της καθημερινότητας, τότε σίγουρα «το ωραιότερο ποίημα» γίνεται το άσπιλο πλεούμενο της ψυχής, που ευωδιάζει και μυρώνει το στίχο. Γράφει η ποιήτρια:
«Με μια χούφτα ήλιο καρφωμένο στο στέρνο
η θάλασσα ανεβάζει τα νησιά της στα ύψη...//
Αλήθεια πώς δροσερεύουν οι ψυχές;»
Το ελληνικό στοιχείο του φωτός, της θάλασσας, της πύρας, της βλάστησης, των κυμάτων κ.λπ. γίνεται το απαλό σιγοτραγούδισμα – σα «μαϊστράλι ατίθασο» σ’ όλο το εύρος της ποιητικής κατάθεσης. Η ποιήτρια βρίσκεται, θαρρείς, σ’ ένα μόνιμο ανέμισμα οίστρου, σφριγηλότητας, αναρίγησης και δροσερεμένης ποιητικής αύρας, που τροφοδοτεί αενάως τη λεκτική ωραιότητα του στίχου, τη λυτρωτική φορά του στίχου, την ανθίζουσα και συμπαντική του ανασεμιά, την εικαστική του ακροβασία και την εικονική αντανάκλαση της ζωής. Γράφει:
«Κρατάμε στον κόρφο χρόνια και χρόνια
τη μέντα και λευκό μπουγαρίνι // του νου τ’ αστραπόβροντο
…για να μυρίσουμε τα λόγια των Αρχαγγέλων φίλων
…κανένα πιότερο αγαθό δεν μας έλαχε».
Λίγες φορές –ως τώρα– εκλεκτοί φίλοι, συνάντησα τέτοια ποικιλία ποιητικής και λυρικής ανθοφορίας, σε μια σπατάλη άνυδρης ποίησης που ξεπηδάει στις μέρες μας. Και θεωρώ άνυδρη την ποίηση εκείνη που τριγυρνά μόνο στην αποκλειστική υποκειμενικότητα του δημιουργού, έξω –εν πολλοίς– από την κοινωνική και πνευματική αποστολή της τέχνης του λόγου και της ποίησης φυσικά. Αυτή την αστρόσκονη της καθημερινότητας, που κατακάθεται μέσα μας η ποιήτρια την έκανε στίχο φωτεινό, καρτερικό, γλυκόπιοτο και ανθεκτικό στη ζωή. Γράφει (σελ. 68):
«Μ’ ένα κλωνάρι στεναγμό στο βλέμμα
σταθήκαμε σιμά στων λογισμών την κρύπτη
με το χαμόγελο που σφίγγαμε στα χείλια
κι αναφωνούσαμε στις έγνοιες // …μέσα στου χάους το αντάριασμα
της μήτριας ελπίδας τη γόνιμη ρωγμή».
Η Ελλάδα, κι ό,τι περικλείει, μ’ όλες τις πηγές της ζωής, τις κυκλώπειες και ιστορικές αλήθειες που αναβρύζει διαχρονικά γίνεται στην ποίηση της Λίτσας Δημητροπούλου ένα πανερωτικό λίκνισμα ιδεών και ποιητικής ευφορίας ταξίδι. Στην ποίησή της υπάρχει μια τάση ασυμβίβαστης προοπτικής σε θέματα ήθους και αξιοπρέπειας και στα θέματα της ελευθερίας και της αποταμιευμένης πολιτιστικής μας και ιστορικής μας παράδοσης. Θέλει το άτομο, όχι μόνο συνοδοιπόρο αλλά και πνευματικό ανιχνευτή, με το ρόλο του κοινωνικού δημιουργού, της πνευματικής αφύπνισης στη νόηση, στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στην πρακτική διάσωση και συνέχιση της τεράστιας κληρονομιάς μας. Γράφει:
«Φόρεσα το πράσινο της ελιάς // σ’ ακροπόλεις και κάστρα ανάμεσα
ν’ αγκαλιάσω ανθρώπους // …την ελπίδα της νίκης ζώστηκα
και ύψωσα λάβαρο τη ζωή χαρισάμενη
στις χαράδρες μοναχή μια χρυσή ανεμώνη
ψάλλει την ειρήνη επί γης. // Ο χτύπος της καρδιάς, ρολόι που
ανασαίνει, νιώθει // διψάει για Παρθενώνες».
Η ποιήτρια Καλλιόπη Δημητροπούλου πασχίζει να δώσει –και το καταφέρνει άμεσα και αποτελεσματικά– καθοριστική πορεία και στην ανάγνωση και στην προσήλωση του στίχου, ακόμη μουσική και ροϊκή πολυσημασία και έκταση γενικότερα στο ποίημα. Εδώ η ποίηση δεν είναι μια απλή διαδικαστική αποτύπωση και διατύπωση της όποιας εμπνευστικής της κατάθεσης, αλλά μια πολλαπλή συνολικότητα κραδασμών της ψυχής της, που θεωρώ πραγματική ευλογία τον τρόπο της ποιητικής της εξέλιξης και λυρικής της ευρύτητας. Ως φιλόλογος και ως ποιήτρια, δρα ταυτόχρονα, και η ουσία της ποιητικής σύνθεσης γίνεται ο σφυρήλατος λίθος αυτών των αξιών που κομίζει το ποίημα και το έργο της.
Αίθουσα Αντώνη Τρίτση
Αθήνα 11.2.2017
Κώστας Καρούσος

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΗ ΦΟΒΟΥ ΜΑΡΙΑΜ




Τα «πλαστικά» τα πρόσωπα
σαν προσωπεία του θεάτρου
που τρέφουν νιότης αυτάπες
τι αίσθηση απατηλή
τι μέγα ψεύδος.

Σαν όμορφα γουρμάνει η ψυχή
σαν μέσα σου την πλήρωση κατέχεις
του χρόνου τ' αναπόδραστο
τη λυσιτέλεια 
δε φοβάσαι.

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΑΠΟΥΣΙΑ



Με τα θαλασσοπούλια και τις γαζίες 
φέρνει ο μπάτης μαζί με τον ίσκιο των άστρων,
το φως του πατέρα στο παράθυρο.
Μπαίνει μέσα και κάθεται μαζί μας στο τραπέζι.
Ύστερα η μάνα σταυρώνει τα χέρια, 
ψελλίζει ψιθυριστά κάτι στ΄ αυτί του πατέρα, 
χαμηλώνει τα μάτια βουρκωμένα 
και χωρίζει το καρβέλι από τον κόρφο της
στα τέσσερα: δυο ζωές για τον πατέρα 
και δυο για τα παιδιά της.
Εκείνος γλυκοφιλάει την  πληγή της, 
γεμίζει τον  άδειο της κόρφο με λευκά κρίνα 
και χάνεται πάντα με το πέταγμα των γλάρων. 
Δεν πρόκαμε να του φωνάξει 
“στάσου ένα κομμάτι για το δρόμο”.
Κι εμείς  με την παλάμη στο άδειο πιάτο 
κάναμε πως δεν καταλαβαίναμε την απουσία.
Κάθε μέρα το ίδιο παιχνίδι...
                                                                                         19/5/2015