Ένα ταξίδι στο όνειρο, στη φαντασία, στις μύχιες σκέψεις, στην ίδια τη ζωή ξεκίνησε!!! Στόχος μου, να μοιραστώ μαζί σας ολίγιστα απ' αυτά που συχνά καταθέτω στο χαρτί. Copyright 2010 ©Καλλιόπη Ιωάν.Δημητροπούλου
Translate
Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017
Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
φωτογραφία: Γρύλλος Ηλείας
Σαν σάλεψε η μέρα,
περνώντας η γειτόνισσα
σε καλημέρισε καθήμενο
στη μάντρα της αυλής.
Μια βόλτα στο γιατρό
και θα γυρίσω Αθανασία,
-τι όνομα συμβολικό-
απάντησες με σταθερή φωνή.
Όταν εγύρισες,
εστάθηκες για λίγο
ξανά στο ίδιο το σημείο
κι αποχαιρέτησες το σπίτι σου
μέσα από 'να μαύρο γυαλιστερό αμάξι.
Άσπρα γαρύφαλλα
είχαν φυτρώσει στα μαλλιά σου.
Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017
Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΘΑ ΦΟΡΩ
Δημοσιεύτηκε στη λογοτεχνική ιστοσελίδα http://www.bonsaistories.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF-%CE%B8%CE%B1-%CF%86%CE%BF%CF%8
Φωτογ. Γρύλλος Ηλείας
Φωτογ. Γρύλλος Ηλείας
Στον τόπο όπου γεννήθηκα
φυτρώνει η μέντα και ο δυόσμος.
Στο κιούπι τους αγκυροβόλησαν οι ρίζες μου.
Μα εγώ το μαύρο θα φορώ,
μαύρο σαν τον κλειδούχο του θανάτου.
Πενθώ για ένα άδειο σπίτι
στον πέτρινο αυλόγυρο,
πενθώ για το ανήλιαγο το δώμα,
καράβια σέρνει ο βόγκος του,
μέσα του κατοικεί μια μπλάβα πέτρα.
Δεν γράφονται ποιήματα στο στέρνο του,
δεν γράφονται τα δάκρυα της πηγής μας,
σαν τα ακριβά μας δέντρα
κοιμούνται εν ειρήνη.
Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017
ΤΙΤΛΟΦΟΡΟΥΜΕΝΟ
Κουράστηκα μπαμπά
να κυνηγώ τη σκιά μου,
να κολυμπώ στο άγριο κύμα
με πεθυμιά τις χίμαιρες,
δραπέτης απ΄τον χρόνο να πονώ
μήπως και σ΄ αντικρίσω.
Δεν βρίσκει ο ήλιος φως
μήτε νερό η καταιγίδα.
Δρασκέλισαν την άνοιξη τα χελιδόνια,
ο ουρανός εσώπασε το χρώμα του.
ο ουρανός εσώπασε το χρώμα του.
Εστέρεψε η διδαχή της φύσης.
Μα πες μου από εκεί ψηλά
μπαμπά, σαν άγιος πανεπόπτης:
Ο πόνος ποτέ του δεν κουράζεται;
Κ. Δημητροπούλου
Κυριακή 27 Αυγούστου 2017
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ
(Στη μνήμη του πατέρα μου)
Ιούνης στα τελειώματα
στο χάραμα ο Ιούλης
κι εσύ στη Β Παθολογική.
Στην κόψη του μεσοκαλόκαιρου
βαρύς χειμώνας κόπιασε
και γέμισε ο ήλιος μου μ΄αγκάθια.
Ορθή μετρούσα τις στάλες του ορού σου,
του μόχθου σου το μπράτσο σού φιλούσα
κι ανάδευε αντίστροφα η κλεψύδρα της ζωής σου.
Κι εκεί στο πιο χαρμόλυπο τ΄αντάμωμα,
αφού γαντζώθηκα απ΄ της χούφτας σου τ΄ανάγλυφο
και βύθισα το βλέμμα μου για πάντα στο δικό σου,
αρχίνησαν οι κύκνειες ιστορίες σου
να μας μιλούν για τα παλαιικά τα χρόνια.
Δύστοκα χρόνια -έλεγες-
με χωματένια ρούχα, ανέχεια και ξωμάχους,
χρόνια σφιχτά ζωσμένα
με πικραλίθρες και χαραμάδες νόστου.
Μα οι μνήμες σου αλάφρωναν
σαν έρρεε ανάλαφρα στη φλέβα σου
από την κορυφογραμμή τ΄ αγέρι του Λαπίθα,
το κρύσταλλο νερό από την Πάνω Βρύση,
πευκοβολιάς το θρόισμα
από του τόπου μας την πιο πιστή θητεία σου.
Κι ύστερα σαν αετός φτερούγισες κι εχάθης,
σαν αετός εκέντησες το υφάδι της ζωής σου.
Μερόνυχτα αδυσώπητα παλεύω
για να βρω τα ορφανεμένα τα πατήματά μου.
Μα πώς να πορευτώ
αφού μου λείπουν τα ποδάρια;
Τις νύχτες μου τις άγρυπνες
από τον καφενέ σε φέρνω στην αυλόπορτα,
σε αγναντεύω ολόισα στα παιδικά σου μάτια
κι εσύ βιγλάτορας διαδρόμους μού ανοίγεις.
Σε καρτερώ στης μάνας το τραπέζωμα,
στο δροσαλό σου περιβόλι,
αγκρουμάζομαι στα σκαλοπάτια την άδολη λαλιά σου
και τις χρυσές σιωπές σου ψηλαφίζω.
Σχίζει ο χρόνος, που σταμάτησε στα στερνά σου λόγια,
θρηνώ σαν άφτερο πουλί για τον χαμένο ουρανό μου.
Στα χέρια μου βαστώ το πιο ακριβό βιβλίο
-εσύ μου το ΄γραψες με της βιοτής σου το μελάνι-
και συλλαβίζω στις σελίδες του
ατόφια την περισπούδαστη τη ρότα σου.
Το φέρσιμό σου αφτιασίδωτο,
λειμώνας το γέλιο σου τ΄ αστείρευτο,
τα υλικά και τα ανούσια ποτέ σου δεν νογούσες.
Κι όσοι με πίκρα κι άδικο, πληγή σε φίλευαν,
εσύ τα χέρια σταύρωνες με περισσή αξιοπρέπεια
κι αυτούς με τη σιγή της λησμονιάς σου τους μετρούσες.
Όσα τρανά μού δίδαξες, ασπάζομαι
κι ευλαβικά σφαλίζω στο οπλοστάσιό μου,
ως ακριβά μου θεία δώρα.
Φέτος το καλοκαίρι ακούσια θ΄ αντιστραφούν οι ρόλοι:
Από τη γέρικη συκιά τον Αύγουστο
εγώ θα σου συνάξω τα ώριμα τα φρούτα
και θα σ' τα στείλω για παραδείσιο πεσκέσι.
Καλό ταξίδι άρχοντα της καλοσύνης,
της απλοϊκής καρδιάς και της φιλόξενης παλάμης.
Ώρα καλή σου θυμάρι της ψυχής μας.
Κι εκεί ψηλά γαλήνιο θα στραφταλίζει
τ΄ αέναο χαμόγελό σου σαν θα κερνάς
τους φίλους και συγχωριανούς σου.
10/8/2017 Καλλιόπη Δημητροπούλου
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΟΔΥΝΗΣ
Σχόλασες νωρίς πατέρα
έκτη του Ιούλη, της αγίας οδύνης,
την ίδια ώρα που σχόλασε
και η νύχτα από τη βάρδια της.
Με μια συγκατάβαση στην αποβάθρα της ζωής
έλαβες θέση στον άυλο χρόνο
-ανυποψίαστος θαρρώ-
και ρούφηξες μαζί σου
κάθε κραταιό μου κύτταρο.
Αγρίεψαν οι μέρες μου,
λιγόστεψε ο καιρός,
αβγάτισε στο σώμα το μολύβι.
Το βλέμμα σφάλισε με σπάραγμα
ο αργόσυρτος ο καβαλάρης.
Δε στάθηκε ο χρόνος συρραφή στα μεταξύ μας:
Εσύ ο πατέρας μου κι εγώ το τέκνο σου
όταν με παρέσερνε
ο αγεωμέτρητος ο πόνος στο σκοτάδι.
Εγώ ο πατέρας κι εσύ το ανυπεράσπιστο παιδί μου
όταν στο διάσελο με καλπασμό
σου ΄στησε ενέδρα ο Αχέροντας σατράπης.
Μια τρύπια ώρα σε λάβωσε η Λάχεσις πισώπλατα
και άχνιζε η μαχαιριά
σαν σφύριζε στα μέλη μου η θανή σου.
Σχόλασες νωρίς πατέρα
την ίδια ώρα που σχόλασαν
και οι μοίρες από τη ζωή μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






