Translate

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

25η ΩΡΑ

Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό project http://25thhourproject.tumblr.com/post/89485252913/25

                                                                        25η ΩΡΑ

Φυλλομέτρησα 24 ολάκερες ώρες. Μικρά χλωμά αδύναμα λεπτά δεύτερα τρίτα. Και τέταρτα ενίοτε. Βιάσου. Ανέβα κατέβα τρέξε σκόνταψε στάσου. Κλιμακοστάσια γωνίες ευθείες. Καθάριοι βουβοί γυναικείοι πόθοι. Φούχτες άδειες προσμένουσες σπόρους. Ο ίδρως τ' αλέτρι ζουλάει. Χιονάρης μήνας η ώρα. Βιάσου. Δεν βλέπεις. Όλος ο κόσμος φροντίδες. Αμφιθέατρα κατάμεστα κόσμους.Κριτικές ταλέντα φτηνή τζαζ αποθέωση. Πόνος βουβός ώρες αγκίστρια. Φυλακή δεσμά δεσμοφύλακες. Ονείρατα πεταρίζουν δια βίου αιχμάλωτα. Κάπου ξεχάσαν ανθρώπους. Μια θύμηση γεννιέται ξεφτίζει πεθαίνει. Τα βλέφαρα κλείνουν. Μάτια διαμάντια βροχής. Θα βρέξει. Δεν ξέρω πάντα βρέχει κοιμήσου. Λιοπύρι η ώρα. Βιάσου. Ο χρόνος παγίδα. Ζητιάνα σαλεύει το μωρό στο ισχνό το βυζί της. Μιλιούνια οι ώρες. Κυνηγάς την πλέρια πραγμάτωση.Πουλάς ξεπουλάς εξαγοράζεις. Μυαλά στρουμπουλά διαλυμένα. Είμαι ένας άνθρωπος. Μισός άνθρωπος που πέρασε από τη γη. Έτσι τυχαία ρίχτηκε σε τούτον τον πλανήτη. Μοναχός ανατολές δύσεις. Γράφει μετράει συλλογάται συμπεραίνει θνήσκει. Ένα δάκρυ αυλακώνει το μάγουλο δυο τρία.Μικρά χλωμά αδύναμα λεπτά δεύτερα τρίτα. Και τέταρτα ενίοτε. Φυλλομέρησα 24 ολάκερες ώρες.

Ο ήλιος έγειρε, τον πήρα στο κατόπι. Άσε το όνειρο να τραβήξει το δρόμο του. Ναύλωσα και το φεγγάρι. Τραβώ για το δικό μου όνειρο την 25η ώρα!
                                                                    
                                                                                 ©Κ.Δ 1/6/2014 





                                                                                    
                                                                                                                    

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

 Δημοσιεύτηκε στον λογοτεχνικό ιστότοπο   http://www.microstory.gr/#!insomnia/c30z   
  
Ανυπόταχτη με κήρυξες
στης θλίψης σου το μαύρο μέτωπο
που θέριζε στα σκότια
τα στάχυα  γοργά στις αυλακιές
και η ταπείνωση στο πρόσωπο σε τρόμαζε
για τα ρηχά παράλια της ανομίας σου
αγνάντευες το σκάψιμο της ρυτίδας σου
που μεγάλωνε αλαργινά
στων πουλιών την αγρύπνια
Ω αγρύπνια μου ξεχωριστή
δραπέτεψε τη μελάνη
σκούρα που βάφει
τα εορτολόγια των Θεών
στις συγχωροδότριες τις εκκλησιές
Ω αγρύπνια μου πορφυρή
σφύριξε την ανάσταση
φωταγώγησε τα πλήθη των ηδονών 
στο κρεβάτι του έρωτα νου
Ω αγρύπνια μου θαλασσινή λεβάντα
στα σπήλαια των βυβών μου ανάβλυσε.

Κ.Δ 2005 ©

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

ΜΑΝΕΫ

Δημοσιεύτηκε στον  λογοτεχνικό ιστότοπο http://tovivlio.net/%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%8b/


                                                 ΜΑΝΕΫ
     ''Σακατεμένη ώρα, από παντού μπάζεις'' φώναξε ο δύστροπος  γέρος γυρνώντας από το καπηλειό.
"Και να 'χα και κανένα κέρμα στην τσέπη, μου τα 'φαγε όλα η ακρίβεια. Δέκα ποτήρια όλα κι όλα κατάφερα να βάλω στο στόμα μου... σε τίποτα δε φτουρίσανε τα ρημάδια τα φράγκα" έλεγε και ξανάλεγε, τραβώντας προς τα έξω τη φόδρα από τις άδειες του τσέπες. Ο γερο-Μαθιός τής μιλούσε και τον άκουγαν μόνο οι ξέφτιοι τοίχοι της καλύβας του, από τότε που την έχασε.
     Σκληρό καρύδι η Χαρίκλεια, άντεχε, αλλά η ζωή τής φέρθηκε μπαμπέσικα. Τριάντα χρόνια στη θάλασσα ο άντρας της κι εκείνη αρμένιζε μόνη στη στεριά. Ήταν υπόδειγμα στο νησί. Από καλή οικογένεια και με προίκα. Τον ερωτεύτηκε τον κύρη της. Άρχοντα τον είχε όταν τον παντρεύτηκε. Ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ όταν τής έβαλε το στεφάνι. Μέρες κράτησε το γλέντι στο νησί. Ακόμα λαλούνε για το γάμο της. 
   Μοναχοκόρη την είχε ο καπετάνιος. Όλα τα καλούδια τής κουβαλούσε όταν γύριζε από τα βαπόρια.Τι υφάσματα φανταχτερά,τι αρώματα,τι πλουμιστά  σεντόνια, τι κολονάτα ποτήρια, τι μπακίρια για την προίκα της.Την καλύτερη πραμάτεια ζήταγε για τη ζαχαρένια του σαν κατέβαινε στα λιμάνια.Σαν ήρθε ο έρωτας στη ζωή της, χάρηκε ο καπετάνιος. Η θυγατέρα  του γίνηκε γυναίκα. Δεν τον εγνώριζε το Μαθιό, μόλις είχε γυρίσει  από τα ξένα. Έβλεπε τη μοναχοκόρη του να αστράφτει από έρωτα και του 'φτανε.
''Θα τον επάρω πατέρα'' του έλεγε κι έσιαζε χαρούμενη τα όνειρά της μαζί του.
 ''Ντύνεται όμορφα, γνωρίζει και τα ΄ξένα΄ να μιλάει, θα τον επάρω''.
     Μεσήλικας, γοητευτικός, με αέρα κοσμοπολίτικο και πολλές υποσχέσεις ο Μαθιός. Τον επίστευε. 
"Θα βρω δουλειά να μου ταιριάζει με πολλά μάνεϋ και θα σ΄έχω πριγκίπισσα" τής έλεγε. Και τον λογάριαζε το λόγο του κύρη της η Χαρίκλεια. 
''Ο έρωτας δε θέλει αρνήσεις,  ο έρωτας είναι τυφλός '' της έλεγε και δεν του αρνιόταν τίποτα. Ούτε τα φράγκα που πήρε για προίκα από το σπίτι της, ούτε την αγάπη της. 
     Μέρες στο καπηλειό  ο κύρης της μέχρι να σωθούνε τα μάνεϋ. Νύχτες στο ξέφτιο  πρεβάζι εκείνη, αγνάντευε μόνη τη θάλασσα. Πάλευε να βρει ανάμεσα στα κύματα τα ναυαγισμένα της όνειρα. Κι όταν σωθήκανε τα μάνεϋ, πέθανε κι ο πατέρας της  ο καπετάνιος. Μόνη. Δυο χρόνια γάμου. Τον ελογάριαζε τον κύρη της η Χαρίκλεια. Έβαζε το καλό της το φουστάνι, το κατακκόκινο,  που της εχάρισε ο άντρας της στα αρραβωνιάσματα  -το μοναδικό πεσκέσι από κείνον- και τράβαγε μαζί του για το σπίτι του συμβολαιογράφου. Κάθε δρόμος κι ένα ξεπούλημα, κάθε δρόμος κι ένα χτήμα ακαλλιέργητο. Δεν του ταίριαζαν τα χτήματα, άλλα περίμενε από τη ζωή ο Μαθιός, η Χαρίκλεια από εκείνον πια τίποτα. Τον έκαμε κάμποσες φορές μαζί του τούτον το δρόμο μέχρι που ξεπούλησε και τα όνειρά της.
       Μπάρκαρε στα καράβια από ανάγκη ο κύρης της. 
''Θα το κόψω το καπηλειό, θα σου στέλνω μάνεϋ, θα σε κάνω πριγκίπισσα'' της εφώναξε σαν την αποχαιρέτησε στο λιμάνι. Τριάντα χρόνια στη θάλασσα ο Μαθιός. Τριάντα χρόνια, κάθε λιμάνι κι όλα τα καπηλειά. Ούτε μάνεϋ, ούτε είδηση, ούτε ένα γράμμα. Τριάντα χρόνια σέρνεται  στο λιμάνι η Χαρίκλεια, κάθε μέρα. Tριάντα χρόνια να αποχαιρετήσει τον κύρη της. Τριάντα χρόνια αγναντεύει  ναυάγια.
       Έτσι έκαμε και σήμερα, επέτειο του γάμου της. Το βλέμμα αγναντεύει στον τοίχο. Στέκει  εκεί, χρόνια στο ίδιο σημείο, κιτρινισμένη από το χρόνο και την υγρασία  η  φωτογραφία του γάμου της. Την κατεβάζει. Η ώρα της αποκαθήλωσης. Ανοίγει το διαβρωμένο απ΄ τον σκώρο  μπαούλο. Φοράει  το κατακόκκινο φουστάνι. Ακουμπά  στα μαλλιά της το σμαραγδί στεφάνι του γάμου της. Κλείνει την πόρτα της καλύβας της και οδεύει προς το μώλο να τον αποχαιρετήσει...το καράβι  μόλις πλησιάζει στο  λιμάνι... 
''γυναίκαα γυναίκαα στη θάλασσα'' οι φωνές  από το κατάστρωμα μπλέκονται με τη σειρήνα του πλοίου... το στεφάνι του γάμου μπλέκεται στην άγκυρα...το κατακόκκινο φουστάνι από τα αρραβωνιάσματα χορεύει δαιμονισμένα  γύρω απ' την  προπέλα... 
''Θα βρω δουλειά με πολλά μάνεϋ...θα σε κάνω πριγκίπισσα'' της ψελλίζει από την πρύμνη  τρικλίζοντας  ο γερο Μαθιός.
                                                      
                                              © Καλλιόπη Δημητροπούλου                                                                        15/5/20014 

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Η ΙΠΠΟΛΥΤΗ

Δημοσιεύτηκε στον λογοτεχνικό ιστότοπο http://tovivlio.net/%ce%b7-%ce%b9%cf%80%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%8d%cf%84%ce%b7-%cf%84%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%8d%ce%b5%ce%b9/


Κράτησα τις τρίλιες του καλοκαιριού
σφιχτά στη ζεστή  γροθιά μου
πέρασα στο φωτοδότη ουρανό      
πλαφασμοί  νερού με γεύση                                     
θαλασσινής μπαλάντας
και μια ραγδαία ταχύτητα
που αρμόζει
μόνο σε νιότη εφηβική
και τα πουλιά στις μελωδίες τους
άσματα στον έρωτα
και στάχυα χρυσοφόρα
ψηλαφίζω
τα εσώτερα μελτέμια της τρικυμίας
με μια γαλήνη που γητεύει και δαμάζει
τις πιο  ατίθασες αμαζόνες
της ακριτικής μνήμης
η Ιππολύτη
ξεπεζεύει
πίνει νερό
τεκνοποιεί
αναγεννάται.
-στράτες φεγγαρόστρωτες
-σοκάκια μυροβόλα
σεμνά κυοφορήστε.