Translate

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ


 Πρώτη δημοσίευση http://www.bonsaistories.gr/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%B1-%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%87%CE%B1/

                                         
                                           Πίνακας: Σικελιώτης Γιώργος-Μαυροφόρες


Εκείνη την εποχή
οι γυναίκες της χώρας Σολλύργ
φορούσαν μαύρα ρούχα
με πιέτες πόνου
και είχαν λυτά τα μαλλιά τους. 
Η Εκάβη αιχμάλωτη Τρωάδα κραυγή
στου πολέμου τα σπλάχνα.
Η Δήμητρα ικέτιδα στον Άδη 
για την απαχθείσα κόρη.
Άδει της Αντιγόνης ο θρηνητικός κομμός.
Μιλούσαν χαμηλόφωνα σαν σε μουσείο
και κατάπιναν τα πικρά φάρμακα
της αδικημένης σποράς τους.
Μόνο ο ξεναγός φορούσε τη γλώσσα
της απόλυτης κυριαρχίας
φούσκωνε το στέρνο της επικράτησης
με τους δόλιους ακροβατισμούς του
και ζάρωναν τα αγάλματα
από της ύβρεως το ανάστημα.
«Μακριά από τα χαλασμένα δόντια»
φώναζαν δυνατά οι φύλακες.
Από τότε όλες τις Κυριακές
οι αρτηρίες του χρόνου
είναι γεμάτες από άλμη θάλασσας. 
Όχι εκείνης της γαλάζιας
που σου υπόσχεται ταξίδια
με ταχύπλοα ηλιοκροταλίσματα
πίσω από χαρούμενες κουρτίνες
και δροσερά αφεψήματα.
Της άλλης της κυματερής 
και αδίσταχτης πόρνης
που τρέφεται με προδομένα κορμιά
και αδηφάγα πέλματα.
Από τότε όλες οι γυναίκες τις Κυριακές
φορούν μαύρα ρούχα
με πιέτες πόνου
και έχουν λυτά τα μαλλιά τους.


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

ΗΧΟΙ ΣΙΩΠΗΣ



Σιωπή
η πιο μεγάλη κουβέντα
παράταιρη και οδοσήμαντη
στέλνει επιστολές 
στους απερίσκεπτους άλλους
όχι από άγνοια ή κάποιον θάνατο
από πλήρη διαύγεια 
και με αντίστασης πέλματα.


Σιωπή
η πιο κραυγαλέα κουβέντα
θροΐζει ο ύπνος της
σε μιαν έρημο μ΄ ένα παράθυρο
πίσω από άδειους εγκέφαλους
και μυστήριους κώδικες.


Γυναίκα με στέρνο λέοντος;
Ίσως κάποιος μια μέρα
να λύσει το αίνιγμα.


                        20/8/2016 Καλλιόπη Δημητροπούλου

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Ασυντήρητες σχέσεις

Πρώτη δημοσίευση στο http://koukidaki.blogspot.gr/2016/08/asyntirites-sheseis.html



Στρέφω το βλέμμα στον κήπο
που χρόνια έχει θρασέψει...
Δυο τρία παλιά μελανοδοχεία
-ομίχλη υγραίνει τον χώρο,
έλιωσε παρατημένο το λευκό το χαρτί-
κι εκείνη η φθαρμένη καρέκλα
των παιδίσιων κυμβάλων
άλλαξε σχήμα.
Μοιάζει με θλιμμένο παλιάτσο
σε άδεια σκηνή.

Καθώς πλησιάζω
στρέφει το πρόσωπό της
κλείνει το στόμα
κι αρνείται να με αναγνωρίσει.

Νυχτώνει καιρό.
Οι ρυτίδες της γινήκαν στριφνές αυλακιές
πιότερες οι απουσίες
οι όργητες γιγάντιες δρασκελιές
και φυγαδεύουν λιμνάζοντα αισθήματα
από το εγκαταλειμμένο στρατόνι.

Αγγίζω ένα τέλι
από τη σκιερή της σιωπή.
Μα πόσο λυπάμαι
που δεν κορφοκόπησα εδώ και χρόνια
τα τόσο σπουδαία της άνθια.

                                                       ©13/8/2016 Κ.Δ