Translate

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΤΗΣ ΜΟΥΣΑΣ ΕΠΙΚΛΗΣΗ"


Η ομιλία του κ. Κώστα Καρούσου, προέδρου της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, κεντρικού ομιλητή στην παρουσίαση του βιβλίου μου! 
«Της Μούσας Επίκληση»
Της Καλλιόπης Ι. Δημητροπούλου
Ποίηση, εκδ. Βεργίνα, Αθήνα 2017
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, φίλες και φίλοι
Η ποιήτρια, γνώστρια της αισθητικής πλατύτητας που εκφέρει και έχει ο λόγος της ποίησης, όταν δονείται από λέξεις που κατευοδώνουν τη ζωή και τον άνθρωπο, της όποιας ανάτασης, θαρρείς ότι ενυπάρχει αποκρυπτόμενη και αναδυόμενη στο φως της συναισθηματικής και ψυχικής έξαρσης της ποιήτριας και ταυτόχρονα διασπάται σε μύριες ηχητικές και λεκτικές αναλαμπές, που αισθητικά εξαγνίζουν και αποκαθαίρουν αυτή την ομορφιά, της πνευματικής πανδαισίας που χαρίζουν.
Δεν είναι πολλά τα βιβλία, που έχουν αυτή την παλλόμενη ομορφιά της αισθαντικότητας και της αυθεντικότητας, και βεβαίως δεν είναι μόνο το χαρισματικό λουλούδι της έμπνευσης, αλλά το χρόνιο και διαφυλλασσόμενο αποτέλεσμα της τριβής, με το ποιητικό αντικείμενο. Η λέξη και το ποίημα γαλβανήθηκαν κατ’ επανάληψη στην κονίστρα της ζωής και επαναλειτούργησαν στις μυλόπετρες της ζωής, και επαναδιατάχτηκαν –ως ποίημα πλέον– στο ποιητικό κείμενο. Η επεξεργασία, της καλύτερης –κάθε φορά– και πιστότερης, ψυχικής απόδοσης εννοιών, ήχων και ιδεών, γίνεται –κάποτε για τον δημιουργό– ένας λεξικίνητος τρόπος (μιας παντοδύναμης υπομονής φορέας) που ανατρέπει τα καθιερωμένα σταθμά κρίσης και αισθητικής αξιολόγησης του κειμένου και ανεβάζει περισσότερο στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι –όπως εδώ– την αξιοπιστία και τη λυτρωτική, λυρική δωρεά του στον αναγνώστη, γιατί ακριβώς ο στίχος παίρνει όλο το ζύγι και το βάρος της κοινωνικότητας και της αμεσότητας του χώρου και του περιβάλλοντος που δρα ο λογοτέχνης. Ως άτομο που διδάσκει και επικοινωνεί καθημερινά με αδιαμόρφωτους χαρακτήρες νιότης, είχε και έχει την ικανότητα και της αντίστασης και της αξιολόγησης του λόγου.
Αφουγκράζεται –η ποιήτρια– όλο το μοσχολίβανο της ποίησης του καιρού μας, κι αυτό ζωντανεύει, φυσικά στο ποίημα, τον ποιητικό λόγο, κοινωνικοποιημένο και μουσικο-θεατρο-ποιημένο, κατά πώς η ζωή το λάξευσε και το κέντησε στην αρμονία της ψυχής και του πνεύματος της δημιουργού. Έσκυψε η ποιήτρια με κοινωνικό στοχασμό και αναζήτησε τις καλύτερες διεξόδους αξιολόγησης των ανθρώπων και της ποίησης σήμερα.
Η χρήση του υπερρεαλισμού, με στοιχεία υπερβατικότητας και συναισθηματικής ροής, είναι το κατ’ εξοχήν προσεγγίσιμο στοιχείο της ποίησής της. Εδώ ο υπερρεαλισμός υπηρετεί το κοινωνικό πεδίο και είναι –εν πολλοίς– το αντίβαρο στην αφαιρετικότητα του στίχου. Η δυναμική του απορρέει από την εννοιογενετική δύναμη της λέξης, από την εξαιρετική και εκθεσιακή παρουσίαση της φύσης, από την καταγγελτική (χωρίς διδακτισμό) στάθμη, της ανυπεράσπιστης πραγματικότητας των πολλών, και πως λυρικά, ιδιότυπα, στοχαστικά και προσεγμένα την αποκωδικοποιεί. Η ποιητική φόρμα και το ύφος, βοηθάει και τονώνει το ηθικό στοιχείο και την αμοιβαιότητα. Ας κάνουμε μια σύντομη επιλογή στίχων.
«Ο ραψωδός χρόνος, στης σοφίας το λίκνο // τη λάμψη υμνεί //
με εγκώμιο ηλιόλουστης γνώσης // Ήλιος θεός τα μάτια μου λούζει // με ασημόφυλλο κλάδο ελιάς πλέκω στεφάνι».
«Οι φωνές των πολέμων // ματώνουν τις αρτηρίες του κόσμου //
…σπονδή σοφίας και γνώσης // η ηχώ της σμίλης του ωραίου //
…Οι παλιές λέξεις που κρατήσαμε // …δονούν τους καθρέφτες στον ύπνο μας».
Η ποιότητα, η υψηλή στάθμη της ποιητικής έκφρασης, η νοηματική ευρηματικότητα, η ομαλή διαδοχή των εικόνων, το μουσικό στοιχείο της εσωτερικότητας, η καλοδιατυπωμένη λεκτική της πρωτοτυπία κλπ. προσδίδουν μιαν ιδιάζουσα γοητεία θελκτικής – ποιητικής ατμόσφαιρας, που σε καθηλώνει ακόμη περισσότερο, η ευρύτητα της χρήσης της γλώσσας και ο συνεχόμενος και γλυκύς και ποικιλόσχημος ποιητικός οίστρος του βιβλίου. Εδώ η ποίηση ανηφορίζει με καλπάζουσα –συχνά-πυκνά– ιδεόσχημη και πολύστροφη την εννοιογενετική της ετυμολογία και ανασύνθεση των εκφραστικών της μέσων.
Ας δούμε, επιλεκτικά, σκόρπιους στίχους της ποιήτριας και τον λυρικό – προσωπικό προσανατολισμό της.
«Κάθε πρωί βουτούσαμε τον κουβά στο πηγάδι
και ανεβάζαμε καπνισμένες πέτρες» (σελ. 86)
«Στο στήθος ασπίδα κρατώ // της Κυριακής ενάλιες ανάσες
νοιώθω, τρυγώ // το απύθμενο της ραστώνης το φως» (σελ. 84)
«Το αντίδωρο χρειάζομαι // της ΝΙΟΤΗΣ… // ευλαβικά το προσμένω
για ν’ ανοίξω διάπλατα // το παραθύρι της ζωής μου
το αντίδωρο χρειάζομαι // της ΕΙΡΗΝΗΣ» (σελ. 82)
«Το ωραιότερο ποίημα το κρατώ για σένα
μυρωδικό που φύτρωσε σε ηλιόπετρες ανάσες» (σελ. 81)
Παρατηρούμε ένα περιφερόμενο συναίσθημα, που όμως προσγειώνεται πάντοτε στον άνθρωπο και πίσω από την κοινωνική διαπίστωση που αφορά τη ΝΙΟΤΗ και την ΕΙΡΗΝΗ. Πίσω από τη διαπίστωση του άδειου κουβά, που ανασύρουμε –κάποτε– στη ζωή μας, και πίσω από «το ωραιότερο ποίημα» που ο καθένας προσφέρει ή μπορεί να προσφέρει, υπάρχει το αντίδωρο της ανάσας που «φύτρωσε» στο καμίνι της γνώσης, της εμπειρίας, της αδιάκοπης προσμονής, της διάπλατης παιδείας, της αναστάσιμης άνοιξης, της κοπιαστικής επιβίωσης, στις θαλερές και αλκυονίδες μέρες της ζωής, στο λαχτάρισμα της δημιουργίας που δημιούργησαν και γεννήθηκαν «σε ηλιόπετρες ανάσες». Γνωρίζει, πως ανασαίνουμε τη ζωή ευρισκόμενοι πάνω στην πέτρα (της βιοτής) που πυρώνουν οι ανακολουθίες και τ’ απρόσμενα –κάποτε– γεγονότα.
Στοιχεία, λοιπόν (της ποίησης – εδώ), που προσυπογράφουν το εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα της δημιουργίας, είναι το ολοζωής γενναίο σφυροκόπημα του λόγου, πάνω στις αμείλικτες συμπληγάδες της καθημερινότητας, τότε σίγουρα «το ωραιότερο ποίημα» γίνεται το άσπιλο πλεούμενο της ψυχής, που ευωδιάζει και μυρώνει το στίχο. Γράφει η ποιήτρια:
«Με μια χούφτα ήλιο καρφωμένο στο στέρνο
η θάλασσα ανεβάζει τα νησιά της στα ύψη...//
Αλήθεια πώς δροσερεύουν οι ψυχές;»
Το ελληνικό στοιχείο του φωτός, της θάλασσας, της πύρας, της βλάστησης, των κυμάτων κ.λπ. γίνεται το απαλό σιγοτραγούδισμα – σα «μαϊστράλι ατίθασο» σ’ όλο το εύρος της ποιητικής κατάθεσης. Η ποιήτρια βρίσκεται, θαρρείς, σ’ ένα μόνιμο ανέμισμα οίστρου, σφριγηλότητας, αναρίγησης και δροσερεμένης ποιητικής αύρας, που τροφοδοτεί αενάως τη λεκτική ωραιότητα του στίχου, τη λυτρωτική φορά του στίχου, την ανθίζουσα και συμπαντική του ανασεμιά, την εικαστική του ακροβασία και την εικονική αντανάκλαση της ζωής. Γράφει:
«Κρατάμε στον κόρφο χρόνια και χρόνια
τη μέντα και λευκό μπουγαρίνι // του νου τ’ αστραπόβροντο
…για να μυρίσουμε τα λόγια των Αρχαγγέλων φίλων
…κανένα πιότερο αγαθό δεν μας έλαχε».
Λίγες φορές –ως τώρα– εκλεκτοί φίλοι, συνάντησα τέτοια ποικιλία ποιητικής και λυρικής ανθοφορίας, σε μια σπατάλη άνυδρης ποίησης που ξεπηδάει στις μέρες μας. Και θεωρώ άνυδρη την ποίηση εκείνη που τριγυρνά μόνο στην αποκλειστική υποκειμενικότητα του δημιουργού, έξω –εν πολλοίς– από την κοινωνική και πνευματική αποστολή της τέχνης του λόγου και της ποίησης φυσικά. Αυτή την αστρόσκονη της καθημερινότητας, που κατακάθεται μέσα μας η ποιήτρια την έκανε στίχο φωτεινό, καρτερικό, γλυκόπιοτο και ανθεκτικό στη ζωή. Γράφει (σελ. 68):
«Μ’ ένα κλωνάρι στεναγμό στο βλέμμα
σταθήκαμε σιμά στων λογισμών την κρύπτη
με το χαμόγελο που σφίγγαμε στα χείλια
κι αναφωνούσαμε στις έγνοιες // …μέσα στου χάους το αντάριασμα
της μήτριας ελπίδας τη γόνιμη ρωγμή».
Η Ελλάδα, κι ό,τι περικλείει, μ’ όλες τις πηγές της ζωής, τις κυκλώπειες και ιστορικές αλήθειες που αναβρύζει διαχρονικά γίνεται στην ποίηση της Λίτσας Δημητροπούλου ένα πανερωτικό λίκνισμα ιδεών και ποιητικής ευφορίας ταξίδι. Στην ποίησή της υπάρχει μια τάση ασυμβίβαστης προοπτικής σε θέματα ήθους και αξιοπρέπειας και στα θέματα της ελευθερίας και της αποταμιευμένης πολιτιστικής μας και ιστορικής μας παράδοσης. Θέλει το άτομο, όχι μόνο συνοδοιπόρο αλλά και πνευματικό ανιχνευτή, με το ρόλο του κοινωνικού δημιουργού, της πνευματικής αφύπνισης στη νόηση, στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στην πρακτική διάσωση και συνέχιση της τεράστιας κληρονομιάς μας. Γράφει:
«Φόρεσα το πράσινο της ελιάς // σ’ ακροπόλεις και κάστρα ανάμεσα
ν’ αγκαλιάσω ανθρώπους // …την ελπίδα της νίκης ζώστηκα
και ύψωσα λάβαρο τη ζωή χαρισάμενη
στις χαράδρες μοναχή μια χρυσή ανεμώνη
ψάλλει την ειρήνη επί γης. // Ο χτύπος της καρδιάς, ρολόι που
ανασαίνει, νιώθει // διψάει για Παρθενώνες».
Η ποιήτρια Καλλιόπη Δημητροπούλου πασχίζει να δώσει –και το καταφέρνει άμεσα και αποτελεσματικά– καθοριστική πορεία και στην ανάγνωση και στην προσήλωση του στίχου, ακόμη μουσική και ροϊκή πολυσημασία και έκταση γενικότερα στο ποίημα. Εδώ η ποίηση δεν είναι μια απλή διαδικαστική αποτύπωση και διατύπωση της όποιας εμπνευστικής της κατάθεσης, αλλά μια πολλαπλή συνολικότητα κραδασμών της ψυχής της, που θεωρώ πραγματική ευλογία τον τρόπο της ποιητικής της εξέλιξης και λυρικής της ευρύτητας. Ως φιλόλογος και ως ποιήτρια, δρα ταυτόχρονα, και η ουσία της ποιητικής σύνθεσης γίνεται ο σφυρήλατος λίθος αυτών των αξιών που κομίζει το ποίημα και το έργο της.
Αίθουσα Αντώνη Τρίτση
Αθήνα 11.2.2017
Κώστας Καρούσος

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΚΑΔΡΟ



Τη νύχτα ο πατέρας
κατεβαίνει από το κάδρο
γλιστρά στο παγωμένο πρεβάζι 
και ξαγρυπνά στο μαξιλάρι μου.
Ρωτά για τη μητέρα
με κείνα τα ημιτελή λόγια
που άφησε πάνω στο κομοδίνο του
κι όλο σκουπίζει τ' αλμυρό δάκρυ
που σταλάζει από καιρό στο σπιτικό του.
Κουρδίζει το ρολόι του
στο χέρι του εγγονού
κι όλο του λέει αστεία.
«Γιατί μας άφησες», ρωτώ.
Τύλιξε τα λόγια του με τη σιωπή
τα σφούγγισε στην κούπα
με το κόκκινο κρασί
κι άξαφνα μου 'σφιξε το χέρι
και ανέβηκε αθόρυβα
-μη με ξυπνήσει-
και πάλι στη θέση του.
Ο πατέρας πάντοτε αγαπούσε την αλήθεια.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ




Τις νύχτες ανάβαμε φωτιές,
στήναμε τριγύρω τα κορμιά μας
κι ακούγαμε τις ιστορίες του ανέμου
με τα ζύγια του αστάθμιστα 
στα χέρια της θάλασσας.

Καιρός να κατακλιθείτε, μας φώναζε,
καιρός να σταματήσουν οι δούλοι
να κείτονται νεκροί.
Καιρός να αγκαλιάσετε τους συντρόφους σας,
να τους ταΐσετε με το πρώτο χιόνι,
σαν γυρίσουν από τον Άδη νηστικοί.

Κάθε φωτιά μια μεθυσμένη γιορτή
για τον αγριεμένο φόβο 
στο στήθος της παπαρούνας.
Κάθε ιστορία μια θυσία στα άστρα,
μάρτυρες από ψηλά
και κρατούν τα σάβανα.

Κάθε νύχτα προπορεύεται 
μια μετακινούμενη άμμος,
αιωρείται γύρω από τη φωτιά
και κηδεύει τον προδήμιό της 
με ξέφρενα «εάλω».

                                                   23/4/2017 Καλλιόπη Δημητροπούλου

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΩΣ

Δημοσιεύτηκε στο Λογοτεχνικό  http://www.bonsaistories.gr/%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%89%CF%83/ 


 
«Ο Επαίτης»  Γλυπτό του Λουκά Δούκα

Ένα οριζοντίως, από άλφα με επτά γράμματα. «'Αστεγος», αρμόζει και το «άνεργος». Τέσσερα καθέτως, από έψιλον με επτά γράμματα. «Επείγον», συνάδει και το «επαίτης». Δύο οριζοντίως, πέντε γράμματα από πι. «Πενία» σε καθολική ισχύ, εύρος και διάσταση. Οριζοντίως η οδός Ευτυχίδου, καθέτως η Σπύρου Μερκούρη, εστιάζοντας ακριβώς στη γωνία. Οριζοντίως καθήμενος άστεγος από Π με δέκα γράμματα. Καθέτως τα καρφιά της βροχής, ο βοριάς της αναλγησίας, η αναλγησία του Βορρά. Καθέτως οι επιγραφές της καταναλωτικής απραξίας και εντελώς εγκαθέτως, οι εγκάθετοι της εκάστοτε εξουσίας με την αποδόμηση της τσέπης μας. Τόσοι επίορκοι γρίφοι και όλοι επιλύονται στο θυσιαστήριο των αδυνάτων. Έξι καθέτως από όμικρον με επτά γράμματα. «Όνειδος». Πέντε οριζοντίως με μελανά γράμματα σε πληθυντικό. «Οδύνες», της δυστοκίας, της βαρβαρότητας και ενίοτε του εκούσιου θανάτου. Και ο άνθρωπος;  Ακούσια, να σοδομίζεται από φαύνους ανά τον κόσμο κρατούντες, οριζοντίως και ως επί το πλείστον καθέτως.   
                                                                23/12/2017                                                                                                                      

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Η ΟΜΙΛΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗ


«Ξεπέρνα τον φόβο ζήσε το θαύμα», είναι ο τίτλος του βιβλίου της Μαργαρίτας Αρβανίτη, που κυκλοφορεί από τις "εκδόσεις Σιδέρη".  
Η συγγραφέας διαπραγματεύεται ποικίλα θέματα στο πλούσιο με ρεαλισμό, πρακτική χροιά αλλά και λυρική νοσταλγική αναπόληση, βιβλίο της.  Όλα όμως τοποθετημένα σε λειτουργικό καμβά, επικουρούν  το βασικό της θέμα και στοχοθετούν το ανώτερο και ανεκτίμητο αγαθό του ανθρώπου, την υγεία, σωματική και πνευματική βεβαίως. Μια κοινωνία -η σύγχρονη κοινωνία-, που πάλλεται και διυλίζεται μέσα από την ακάματη, διεισδυτική και μάχιμη μελέτη και ανάπλασης διάθεση και επιταγή -θα έλεγα- της συγγραφέως, βρίσκει τελικά γόνιμο έδαφος για να προσδώσει  τα μηνύματα κατάφασης της ζωής. Θαύμα αποκαλεί τη ζωή η συγγραφέας. Και πώς να μην είναι, όταν η ηρωίδα της, την κατακτά μέσα από χαρμόλυπο συνειδητό αγώνα, από αγωνίες, φόβους και υποδειγματική εγκαρτέρηση;  Θαύμα είναι η ζωή και οφείλουμε να υπάρξουμε αλώβητοι μέσα από τις προσωπικές μας μάχες για την ευόδωσή της, μας προτρέπει η αυτοβιογραφική ματιά της συγγραφέως Μαργαρίτας Αρβανίτη.                                            
Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα με τα αυστηρά διακριτά του πλαίσια, αλλά ένα πολύπλευρο κεντρομόλο πεζό κείμενο, που θέτει όλα τα πλούσια υλικά του σε έναν πολυεπίπεδο, πολύπτυχο και πολυπρόσωπο κορμό, που δύναται να αποκρυσταλλώσει τον νεωτερικό κόσμο και να λεκτικοποιήσει τη σύγχρονη πλεύση του πολύπαθου κόσμου μας. Επίκουροι, σε αυτή την νεωτερική κατάθεση, ίπτανται οι νοσταλγικές μνήμες του παρελθόντος, οι οικογενειακές ευχάριστες βιωματικές καταθέσεις ψυχής της ηρωίδας, μα πρωτίστως η βασική αρχέτυπη ενστικτώδης ανάγκη του ανθρώπου για επιβίωση. Μια επιβίωση που την διανθίζει, την ωραιοποιεί και της προσδίδει υψηλή υπόσταση, η εσωτερική ανάγκη για ευτυχία, για υπέρβαση της στείρας καθημερινότητας, για πνευματική αναζήτηση,  δράση και πολλές προσωπικές κατακτήσεις της ηρωίδας.                                                                Στο βιβλίο συνυπάρχουν στοιχεία ηθογραφικής ενατένισης, λαογραφικής χροιάς, παραδοσιακών αρχών, διαχρονικών αξιών και αντιλήψεων, όπως ο θεσμός της οικογένειας, η συντροφικότητα, η διάφανη αγάπη, ο ζωοδότης έρωτας. Ακόμα συνυπάρχουν στοιχεία προτύπων μίμησης, διδακτικών σχολικών εορτών, αλλά και τα κακώς κείμενα του εκπαιδευτικού και πολιτικού μας συστήματος καθώς και του επίπλαστου τρόπου της σύγχρονης ζωής. Όλα αυτά σε αντιπαραβολή με το μεγαλείο του κλασικού αρχαιοελληνικού πνεύματος, της διαχρονικής τέχνης, της ιέρειας Ποίησης,  που τα επικαλείται, τα αναζητά και τα ανταμώνει  η ηρωίδα ποικιλοτρόπως. Από το κοιμητήριο του Κεραμεικού με εκτενείς αναφορές της σε ταφικά μνημεία όπου προέχει η πολυπαθέστατη αναζήτηση συμφιλίωσης με τον θάνατο ως την διαφορετική προσέγγιση της αρχαίας Σισύφειας μυθιστορίας. Ο Σίσυφος για την συγγραφέα δίνει άλλη προοπτική στην ίδια τη ζωή. Η προσωπική οπτική ανάλυση του μύθου από την Μαργαρίτα Αρβανίτη, σέρνει μαζί του όλο το φορτίο της γνώσης, των θεσμών, των αξιών, της επιστήμης, των τεχνών κ.ά. προς την κορυφή με σκληρά τα παζάρια της οπισθοχώρησης. Η αέναη συλλογική προσπάθεια του ανθρώπου προς την κορυφή εφευρίσκει την κατολίσθηση του βράχου, για να προτρέπει τον άνθρωπο σε δημιουργική υπεροχή και εγρήγορση. Με τον συμβολισμό αυτό η συγγραφέας μάς παροτρύνει να διεκδικούμε διακαώς το κορύφωμα και να παλεύουμε για την κατάκτηση της ευγενούς ζωής. Η πρόληψη της υγείας, η διεκδίκησή της με σθένος και εγκαρτέρηση όταν αυτή λαβώνεται, η επούλωση των πληγών με δημιουργική τέχνη, γίνεται ο ύμνος της συγγραφέως για την αυθεντική ζωή. Είναι ο ανθρώπινος  σισύφειος βράχος που οφείλουμε να σπρώχνουμε όταν αυτός κατρακυλά.
Ποικίλος ο κόσμος που κινείται στο μυθιστόρημα. Οι καθημερινοί άνθρωποι συμπρωταγωνιστές του έργου, με τις καθημερινές έγνοιες και μικροχαρές τους, με τις κοινωνικές, πολιτικές και πνευματικές αντιλήψεις τους, ακόμα και με τα ενοχικά τους σκαπανεβάσματα και  τα εφηβικά καμώματά τους, δρουν συνεχώς στην πλοκή του βιβλίου, όπως μας εξομολογείται μέσω της ηρωίδας της η ίδια η συγγραφέας. Η στενή αυτή σύνδεση με την πραγματικότητα -είτε του παρόντος είτε του παρελθόντος-  δίνει αυθεντικότητα στην αφήγηση, όπως η έμμεση ή άμεση αναφορά σε προσωπικά βιώματα της ζωής της ηρωίδας, από τα οποία αποκλειστικά φαίνεται να αντλεί και να της προσφέρει τη βαθύτερη εκείνη συγκίνηση, που μονάχα μέσω της προσωπικής εξομολόγησης επιτυγχάνεται. Ιδιαίτερη στάση έκανα στο δοκιμιακού ύφους λογοτεχνικό απαύγασμα της συγγραφέως. Λες και πέρασε από κυκεώνα ζωών και όχι μιας ζωής και επιστράτευσε συγκομιδή φιλοσοφικών θεωρήσεων, ικανών να σταθούν από μόνες τους αυτοτελώς ως ένα βιβλίο. Και πώς αλλιώς μπορεί να συμβεί, όταν αναμετράται ο άνθρωπος με τον ίλιγγο του θανάτου;  Επίσης οι ιστορίες που αφηγείται, αναπτύσσονται άλλοτε ετεροχρονισμένα και άλλοτε παράλληλα και οι δεσμοί που τις συνδέουν μοιάζουν αρχικά μάλλον εξωτερικοί. Το παρόν με το παρελθόν συνυφαίνονται συνεχώς και προσδίδουν εναλλαγές και ζωντάνια στο ύφος και στο θεματολογικό περιεχόμενο του βιβλίου. Κάποιες απ' αυτές τις ιστορίες θα μπορούσαν απομονωμένες να αυτονομηθούν και ως αυτοτελή πεζογραφήματα, χωρίς τίποτε να θυμίζει την ένταξή τους σε μια ενότητα. Σκηνές, εικόνες και συμβεβηκότα όπως η μάχη της ηρωίδας να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου μέσω της συμφιλίωσης μαζί του, να παλέψει και να σταθεί νικήτρια τελικά απέναντι στον εναγωνιώδη και καταλυτικό αγώνα της με τον καρκίνο του μαστού, είναι αποφασιστικής σημασίας για τη δημιουργία της συνολικής εντύπωσης και παίρνουν τη μορφή κατακτήσεων μέσω των υπολοίπων απλών παρεμβολών. Είναι έτσι τοποθετημένα, που δε χάνουν την αξία τους. Όλα βοηθούν στη δημιουργία της πολύπλοκης λογοτεχνικής ατμόσφαιρας. Πρόκειται άλλωστε, για τη «βιογραφία» της ηρωίδας αλλά και σε προέκταση τη «βιογραφία» μιας κοινωνίας, η οποία πάλλεται, υποφέρει, πονά, φοβάται και αναζητά εναγωνίως την ομορφιά της ζωής μέσω της τέχνης, των φιλοσοφικών αναζητήσεων, των μεταφυσικών πληροφοριών. Αυτή είναι η απάντηση της Μαργαρίτας Αρβανίτη απέναντι στο αιώνιο και αγωνιώδες ερώτημα του θανάτου: Ο θάνατος αντιπαλεύεται με την ίδια την αυθεντικότητα της ζωής. Η αλήθεια στη ζωή υποστηρίζει την συμφιλίωση με το θάνατο, μάς εξομολογείται η ηρωίδα του βιβλίου.                                              
Η πεζογράφος αφηγείται τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο από την οπτική γωνία ενός παντογνώστη παρατηρητή, που τα παρατηρεί όλα, ακόμη και τις σκέψεις των ανθρώπων. Επιλέγει τον μη δραματοποιημένο δηλαδή τον απρόσωπο αφηγητή, που αφηγείται σε τρίτο γραμματικό πρόσωπο. Η παράσταση της ιστορίας είναι υποκειμενική αλλά η αφήγηση διακόπτεται με την παρεμβολή άλλων προσώπων που διαλέγονται σε ευθύ λόγο. Έχουμε δηλαδή συνδυασμό αφήγησης και διαλόγου.          
Με την χρήση ρεαλιστικών στοχείων -που εναλλάσσονται με λυρικά στοιχεία και ποιητικές παρεμβολές-  η συγγραφέας προσπαθεί να αποδώσει πιστά την πραγματικότητα, να τηρήσει στάση αντικειμενικότητας απέναντι στα γεγονότα και να τα παρουσιάσει κατά τρόπο πειστικό και ταυτόχρονα παραστατικό. Με το να σταθεί αντικειμενικά απέναντι στα γεγονότα, προσφέρει στον αναγνώστη την ικανοποίηση και την αίσθηση της αλήθειας ως προς τα διαδραματιζόμενα και επίσης του παρέχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει την εξέλιξη, να συμμετάσχει σε  αυτά, να τα αισθανθεί και να τα οικειοποιηθεί. Εννοείται πως η πιστή αντικειμενικότητα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Υπάρχει η συγγραφέας,  και είναι φυσικό να παρεμβάλει στο έργο δικές της απόψεις και συναισθήματα. `Ομως αυτό γίνεται με τρόπο που δεν καταστρέφεται ο ρεαλισμός της γραφής και ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί την ομορφιά και τις συγκινήσεις του έργου διαμορφώνοντας και ο ίδιος τις προσωπικές του αντιλήψεις και συμμετέχοντας στα συναισθήματα και την πλοκή. Ο αναγνώστης πείθεται για την αλήθεια του μύθου ή για το ότι ο μύθος θα μπορούσε να είναι αληθινός. Η συγγραφέας δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση της πραγματικότητας και ξεδιαλύνει την πλοκή κατά τρόπο που τα γεγονότα να μιλούν από μόνα τους. Δεν έχει ως στόχο να ηρωοποιήσει. Ασχολείται με την πραγματικότητα της καθημερινότητας και τηρεί κριτική διάθεση απέναντι στη συμπεριφορά της κοινωνίας. Εμβαθύνει, σκάβει πέρα από το επιφανειακό, πειθαρχεί σε άξονες και συλλογιστικές πορείες με μακροπρόθεσμους στόχους. Και όπως λέει η συγγραφέας:                Προσδοκία των μηνυμάτων του βιβλίου είναι, να προσθέσει το δικό του «λιθαράκι» μέσα στη γενικότερη κοινωνική προσπάθεια για περισσότερη ποιότητα ζωής. Πολύτιμο δώρο η ζωή! Αξίζει να το προστατεύουμε, να το φροντίζουμε και όπου δεν μας χαρίζεται να το διεκδικούμε!                                                                        
Κλείνοντας θα δανειστώ τα σοφά λόγια της ηρωίδας από το τέλος του βιβλίου: «Και σαν έρθει της ζωής μου η Δύση, εδώ θα με βρει. Ο Θάνατος. Δεν τον φοβάμαι, σου λέω. Γιατί αγάπησα! Σε αγάπησα πολύ!»
                                  Αθήνα 19/10/2017 Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών
                                                 Καλλιόπη Δημητροπούλου

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ


Σαν ήρθε το λιομάζωμα
διάβηκα στον τόπο μου
να μάσω τις πληγές μου.

Σ΄ αγνάντευα πατέρα μου 
στη μέση στο χωράφι,
αγέρωχα θυμόσοφος
να γδέρνεις τα λιοκλάδια
και με τα χωρατά σου
να φεγγαρίζεις το χορτάρι.

Τούτο το σόδεμα βαστώ
για βάλσαμο στο κύμα,
το γνέθω με αγράμπελη
και τ' ακουμπώ στην πέτρα
που ανάλγητα σε κρύβει. 



Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΣΟΥ

Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό http://fractalart.gr/ti-mera-tis-giortis-sou/


Με του Αυγερινού τα ενδύματα 
τη μέρα της γιορτής σου
γιορτή ντυνόσουν 
και φίλευες τους φίλους σου
κεράσματα στον καφενέ.

Με τον Αποσπερίτη
του Αγιαννιού τη νύχτα
λαφροπατάς στα αστροχώματα
και τρατάρεις κύλικες μεθώντας
με το νέκταρ των αιθέρων
ως ο Αη Γιάννης του ουρανού.

Σε τούτο το γιορτάσι
ο σάρακας εφέτος
τσουγκρίζει το ποτήρι μου
και με κερνά 
φυλλώματα του πόνου
από της ρούγας τις σιωπές σου.

7/1/2018 Κ. Δημητροπούλου