Translate

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

ΕΡΧΟΜΑΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

                                                                                              *


ΕΡΧΟΜΑΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

Τα βράδια που κοιμάσαι
έρχομαι  κρυφά στο σπίτι.
Σαν αφήσει ο ήλιος τις άδειες γειτονιές
τραβώ το κλειδί κάτω απ' το πεζούλι
ακουμπώ το μέτωπο στο μάνταλο της πόρτας
και στυλώνω  τους αγκώνες μου στη μαρμαρένια σκάλα.
Σε συναντώ ξανά μες στη βραδιά που νυχτερεύει στις στέγες
μ' ένα ματσάκι αγριολούλουδα
κάτω απ΄το σπασμένο  κεραμίδι.
Τ' άστρα είναι ανήσυχα τα βράδια
Στήνουν τον ίσκιο τους στους γύρω δρόμους
και κουβαλούν τις ξάγρυπνες συνοικίες στον ώμο τους

Κοντοστέκομαι στο κατώφλι
σκουπίζω τα παπούτσια στ' ακρόλιθα της πόρτας.
Οι γείτονες  περνοδιαβαίνουνε μουγγοί
με δρασκελίζουν  βιαστικοί
ακολουθώντας το σούρσιμο της σαύρας.
Χορτάριασαν οι πέτρες στην αυλή.
Ένα κομμάτι της βροχής γλιστρά στα σκαλοπάτια.

Θυμάσαι που κρυβόμασταν
κάτω από το φεγγάρι
και κουβαλούσαμε
μέσα στις τσέπες μας το αύριο;
Θυμάσαι τα λευκά χαρτάκια
που μέσα τους διπλώναμε
σταγόνες της ζωής;
Θυμάσαι;
Τεντώναμε τ' αδιάβροχο
να κρύψουμε τις στάλες της βροχής
στου έρωτα το φλογισμένο  μέτωπο.
Αν αύριο το μπορέσω
θα πεταρίσω τα σφαλιστά τα μάτια
θα ρυθμίσω τα βήματά μου στην αλήθεια
και θα γυρίσω το κλειδί.

©3/5/2015 Καλλιόπη Ιωαν. Δημητροπούλου

(*η αφόρμηση του ποιήματος στάθηκε η ανάρτηση της φωτογραφίας αυτής από τη μαθήτριά μου Ηλέκτρα Σλότου)