Translate

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΛΟΓΕΡΑΣ

Δημοσιεύτηκε στη  λογοτεχνική ιστοσελίδα http://www.bonsaistories.gr/%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%86%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83/


Φάνταζε επικίνδυνα όμορφη μέσα από τις μεταξένιες αποχρώσεις του διάφανου δαντελωτού κομπινεζόν. Οι χρυσοπράσινες μακριές πτυχώσεις του κυμάτιζαν μες 'το σκοτάδι στους ρυθμούς της βραδινής αύρας, χαϊδεύοντας τα καλλίγραμμα πόδια της. Στεκόταν στο ψηλό μπαλκόνι, αγέρωχη, γαντζωμένη για ώρες στα κάγκελα και απολάμβανε τη γοητεία του φεγγαρόφωτου. Σκιές σκοτεινές οι σκέψεις χαρακώνουν τις ραβδώσεις του μυαλού της. Εκείνη η ηχώ της φλογέρας -σαν ασυγκράτητο ερωτικό κάλεσμα- διατρυπά ωσάν στεντόρειος βόμβος, τους νευρώνες του εγκεφάλου της. Το σουραύλι του νεαρού από ψηλά το λόφο, δονούσε νυχτιάτικα τα ηχοκύματα, ταξιδεύοντας με τον αγέρα ως την πόλη. Ο ήχος δρασκέλιζε μελωδικά την αυλή της, διέσχιζε την μακρόσυρτη σκάλα και άγγιζε πλέον κάθε κύτταρο του κορμιού της. Λίγες νύχτες πριν, ο ίδιος ήχος, τη νανούριζε γλυκά και απολάμβανε τη θαλπωρή της ώρας που πλάγιαζε με τον άντρα της, ωσότου την επισκεφτεί ο Μορφέας. Από το σούρουπο που τον αντίκρυσε στο κτήμα, να παίζει με τη φλογέρα του εκείνο το ερωτικό άσμα, η καρδιά της άρχισε να πάλλεται. Κυματίζει μετέωρη στη δίνη της ονειρικής μελωδίας. Γίνεται η εύθραυστη κούκλα της παιδικής της ηλικίας και φτερουγίζει απείθαρχα στις προκλήσεις του ανυπότακτου έρωτα. Θυμάται τα λόγια της γιαγιάς της. «Τον έρωτα δεν τον διαφεντεύεις κόρη μου», της έλεγε στα παραμύθια.

Η φύση αρχίζει να αποπνέει μια μαγεία που τη συνεπαίρνει και αναστατώνει την ήρεμη και πειθαρχημένη ζωή της. Ο ερωτισμός από παντού διάχυτος, ξεχειλίζει. Τα δέντρα στον κήπο φαντάζουν γλυκές ονειρικές επιθυμίες, τα κατακόκκινα ρόδα αποπνέουν τρυφερά ερωτικά χάδια. Το φεγγάρι, καθρέφτης καθάριος στα λευκά καλντερίμια της μικρής πόλης, εξουσιάζει το ουράνιο στερέωμα. Η καθημερινότητα, οι ασχολίες του σπιτιού μετατρέπονται σε ασήμαντες και ανούσιες καθηλώσεις. Η οικογενειακή και η προσωπική της γαλήνη, τα ενδιαφέροντά της, μεταμορφώνονται σε εγκλωβισμένες φυσαλίδες που ασφυκτιούν μέσα σε εύθραυστη γυάλα.

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος», ακούγεται να παίζει από την πλατεία το ραδιόφωνο.
«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι», σιγοτραγουδάει κι εκείνη συνεπαρμένη από την παραινετική μελωδία.

Αφήνει συχνά την πόλη τελευταία και με αφορμή κάθε ασήμαντο λόγο, τρέχει για το κτήμα. Οι επισκέψεις της πλέον γίνονται καθημερινές, εναγώνιες λαχτάρες για τη μελωδική -δήθεν τυχαία- συνάντηση.

Ο νεαρός με τη φλογέρα, φροντίζει τα κτήματα και τα ζώα της οικογένειας και διαμένει στο εξοχικό τους σπίτι. Ο άντρας της τον εμπιστεύεται απόλυτα και τον επαινεί για το ήθος του, την εργατικότητά του και το αγνό νεανικό του φέρσιμο. Συνεργάζονται άψογα και τον προστατεύει με πατρική στοργή.

Εκείνη κάνει παζάρια με τα πρέπει και τα θέλω και ακροβατεί ανάμεσα στα αδάμαστα ερωτικά συναισθήματα και την ασφαλή οικογενειακή ζωή.   Ο αγώνας φαίνεται άνισος, η ροπή κλίνει προς τον έρωτα, υποκλίνεται σ’ αυτόν. Η μικρή βαλίτσα κατεβαίνει από την αποθήκη και παίρνει τη θέση της κάτω από το κρεβάτι. Εκεί μέσα στριμωγμένο όλο το ερωτικό πάθος. Τα όνειρα δεν έχουν τέλος. Το διακύβευμα λίαν υψηλό.

Απόψε ο ήχος της φλογέρας καταφτάνει σαν πένθιμο εμβατήριο. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας ταξιδεύει μετέωρος σαν ανυπότακτος σίφουνας. Στριφογυρίζει μαζί της στη σκοτοδίνη. Τη συνεπαίρνει και την κατατρέχει από την ημέρα που τον αντίκρυσε. Οι σκέψεις της άλλοτε βουβές, θολές, κι άλλοτε βίαιες, αμείλικτες. Ασφυκτιούν. Ο αντίλαλος της φλογέρας αντηχεί θλιμμένα. Ο αντίλαλος της νιότης, η φωνή του ανυπεράσπιστου έρωτα ταξιδεύει και μεταμορφώνεται σε δρομέα πάθους με ταχύτητα φωτός! Ξεπεζεύει για άλλη μια νύχτα στο κατώφλι της και την καλεί ευλαβικά να αποφασίσει για τη ζωή που της ανήκει. Η ψυχή πάλλεται σε ρυθμούς ακροβατικούς… τα μεταμεσονύχτια τικ τακ χορεύουν…

Βήματα γοργά, ανήσυχα την καλούν να επιστρέψει γρήγορα στην πραγματικότητα. Στοιβάζει τις σκέψεις της άτακτα στη μνήμη και αποκρίνεται ενοχικά στο κάλεσμα του άντρα της. Είναι αργά και πρέπει να πλαγιάσει. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στα παιδικά κρεβάτια και ακολουθεί τον άντρα της στην κρεβατοκάμαρα.
«Ο Νικόλας θα φύγει για το στρατό, θα μας αφήσει πλέον», της ψιθυρίζει σιγανά ο άντρας της ενώ αφήνεται στα κλινοσκεπάσματα να του ρουφήξουν τον κάματο της ημέρας. Ο ύπνος αναλαμβάνει το έργο του.

Παγερή προοιωνίζεται κι αυτή η νύχτα, έτοιμη να παγώσει τα κατακόκκινα όνειρα μην τυχόν και ξεμυτίσουν. Η φλογέρα μόλις σώπασε. Το ερωτικό τραγούδι έπαψε να ηχεί στους ξαναμμένους κροτάφους της. Η νυχτερινή αύρα τρυπώνει από το ορθάνοιχτο παραθύρι, γλυκιά θαλπωρή στης ψυχής τις υφάνσεις. Τα φώτα έσβησαν. Σίγησε κι απόψε η πόλη.
                                                           
               ©12/3/2015 Καλλιόπη Ιωαν.Δημητροπούλου
 (η ιστορία στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα γύρω στα 1950,η συνέχεια εδώ http://litsadimitropoulou.blogspot.gr/2015/08/1950.html )