Translate

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΙΤΑΣ ΚΑΦΟΥΡΟΥ

Η ομιλία μου για την ποιητική συλλογή “'Όσα δεν είπαμε”, εκδόσεις Όστρια, της Εβίτας Καφούρου.

“ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΑΜΕ” είναι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Εύης Καφούρου και η ποιήτρια μας καλεί στο δικό της ταξίδι ζωής. Τα ποιητικά της ζύγια ρυθμισμένα στην αυθεντικότητα του ανθρώπου πάλλονται εναγωνίως και πασχίζουν να ισορροπήσουν, όταν το απάνθρωπο πρόσωπο του σύγχρονου ανθρώπου εγκλωβίζεται στον μίτο της προσωπικής του Αριάδνης. Ένα ταξίδι παραινετικό με αρκετά βιωματικά στοιχεία, που μας προτρέπει να συνταχθούμε στα ονειρολόγια της ψυχής, στις διαδρομές της αγάπης, της αναγκαίας αναπνοής, της ελπίδας. Εκεί όπου η μοναξιά γίνεται φίλη, η αυταπάτη παρελθόν και τα λάθη μας ελκυστικά μοτίβα για νέα ταξίδια, μακριά από τη στασιμότητα και την πλάνη.  Με γλώσσα λιτή, απέριττη και ανάλαφρο εκφραστικό ύφος, η ποιητική δεινότητα της Καφούρου μας οδηγεί σε ποιητικά- φιλοσοφικά μονοπάτια, μας προβληματίζει και με καταγγελτική ποιητική φωνή μάς μιλά για ατραπούς που οδηγούν στην εξορία του καιρού μας. Ως δέκτης ενδόμυχων συναισθηματικών καταστάσεων εισχωρεί με μαεστρία στα ενδότερα της ζωής απαυγάσματα και τα μετουσιώνει σε ποίηση και δράση.
"Κι ο ποιητής νίκησε έναν πόνο,                                                         Και δυο, και τρείς,                                                                               Δεν έχει σημασία,                                                                             Το θέμα είναι να κερδίσεις  μόνο..." γράφει η Εύη Καφούρου.

Με υψηλό το αίσθημα του αληθινού και του ωραίου, “ζωγραφίζει” με βαθιά ενσυναίσθηση τον ανθρώπινο πόνο και  πασχίζει αναζητώντας διόδους, να χαρίσει δύναμη, μέσα από την διαρκή πάλη για νίκη και αυθεντικότητα, στη διψασμένη ψυχή του αθρώπου. Με την ανάγκη για συμφιλίωση με τον στραβό μας εαυτό, με την απαίτηση και την ακαταμάχητη επιθυμία της καρδιάς να ζήσει έναν αταίριαστο και δυνατό καημό μετουσιώνει η ποιήτρια την αδύναμη και μέτρια καθημερινότητα σε ζωτική ανάγκη για μεταστροφή του άδικου και του ασήμαντου στο αληθινό και ουσιώδες. Μέσα από χίμαιρες που κυνηγά, πίσω από πόρτες που έκλεισαν, με τα αντικλείδια για τα ασφαλισμένα αισθήματα να τελειώνουν, διαφαίνεται πως ο τόπος διαρκώς στενεύει για την ποιήτρια. Εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη άλλοτε τη ρεαλιστική χροιά της ματαίωσης, της απόρριψης και της προσμονής  και άλλοτε το λυτρωτικό καταφύγιο που έχει ανάγκη ο άνθρωπος. Γράφει η ποιήτρια:                                                                                                                    
“Την μοναξιά φίλη ονόμασα,                                                               Εικόνες κουβαλούσε ξεχασμένες,                                                       Στιγμές γλυκές, αγαπημένες,                                                               Μα πια, τόσο την χόρτασα….”  Κι αλλού πάλι διαβάζουμε:

“Μοιάζουμε δραπέτες,                                                                         Όταν δύσκολα μας πνίγουν,                                                               Ψεύτες που σκοτάδι,                                                                         Μια αλήθεια ντύνουν”      Και πιο κάτω γράφει:                                                                              
“Αυτές οι νύχτες μας πια,                                                                   Θαρρείς λιγοστεύουν…                                                                     Σαν να συρρικνώνονται οι δίοδοι ,                                                     Και μοιάζουν πια κρύπτες…”

Το έργο υπαγορεύει ποίηση κατασταλαγμένη, δουλεμένη στα πεδία του μυαλού και της καρδιάς της ποιήτριας και καταλήγει στον αναγνώστη με παραινετική, φιλοσοφική χροιά και γλυκόπικρη γεύση. Η χαρμολύπη αχνοφαίνεται πίσω από τους στίχους της συλλογής είτε η ποιήτρια μιλά με τα λόγια της σιωπής, είτε με τις βουλές της μοίρας, είτε μιλά για το παιχνίδι της ισορροπίας που διακαώς ψάχνει στη ζωή του το ποιητικό υποκείμενο, είτε συνδιαλέγεται με πυλώνες της γραφής μέσα από το ποιητικό γίγνεσθαι. Μια τέτοια συνδιάλεξη  ενυπάρχει στη συλλογή της Καφούρου με τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε να διαβάσω το ποίημα.

« ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ »
Όχι, δεν μάθαμε να κουβεντιάζουμε…                                               Το χάσαμε αυτό το προτέρημα,                                                           Όταν η άνοιξη ήρθε χωρίς χελιδόνια,                                               Όταν το κρασί στις παρέες δεν ήταν γλυκο…
Όχι δεν μάθαμε να αγκαλιάζουμε,
Ο ξενιτεμός έγινε τόσο συχνός,
Που χέρια ξέχασαν χέρια να πιάνουν,
Χαθήκαμε….

Και συ ποιητή, που κάποιο πρωινό άστρο
Περίμενες να διώξει τη συννεφιά,
Να σαγηνεύσει το στιλβωμένο φεγγάρι,
Θα σου πω ένα μυστικό….

Αλλάξανε τα χρόνια…
Οι αρκούδες θέλουν τα δεσμά τους,
Τα δέχονται… δεν αντιδρούν…
Και οι γυναίκες, ακόμα περιμένουν κάποιο νέο,
Να τις πάρει μαζί του, κι’ ας είναι πια αργά….
Βρες χρόνο είπες…
Μα στην εποχή μας;
Η ειρήνη που ονειρεύτηκες,
Έμεινε στα λόγια….

Οι ποιητικές συντεταγμένες της Καφούρου ξεδιπλώνονται σαν οργισμένη θύελλα σε τούτο το ποίημα, καυτηριάζοντας τον αμείλικτο και στυγνό σύγχρονο άνθρωπο για τον επίπλαστο τρόπο ζωής του, την σκληρή διάψευση των ονείρων και  τις αδυσώπητες  βαρβαρικές συντριβές του.  Η ψυχή της όλη δονείται από μια πικρή ομολογία για την απατηλή ζωή, που καλπάζει διαρρηγνύοντας τα αξιολογικά κριτήρια του πνευματικού-ηθικού πολιτισμού του ανθρώπου.
Σε άλλα σημεία της συλλογής νοσταλγεί το ονειρικό παρελθόν, αναπολεί την ομορφιά της ζωής και την αισιοδοξία και τα αναζητά εναγωνίως. Γράφει η ποιήτρια

“Αχ, να χαρείς, μίλησέ μου ξανά για πανσέδες,
Για αρώματα νυχτολούλουδων στις πλατείες,                                    Να σου κρατάω το χέρι χωρίς φόβο για τ’ αύριο….” Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε:

“Γελάς και εγώ σωπαίνω…
Δεν έχει λόγια η προσμονή,
Ούτε εγγυήσεις το αύριο….
Είναι μια μικρή σχισμή στην καρδιά μας η ελπίδα,
Και κει μεγαλώνουν κρυφά τα δικά μας τα όνειρα…”

Στην ποιητική συλλογή συχνά διακρίνουμε και την ψυχογραφική ματιά της ποιήτριας. Κι όταν το όνειρο της Σταχτοπούτας παλιώνει, η ποιήτρια -και η ζωή σε προέκταση- συνειδητοποιημένη και μέσα από το παραμυθιακό στοιχείο γραφής και επιβίωσης, τολμά να διαπεράσει πάνω από το γεμάτο θρύψαλα γυάλινο γοβάκι της και να σκαρφιστεί τα ψέματα και τον παλιμπαιδισμό της ηλικιακής αθωότητας ως μηχανισμό άμυνας απέναντι στον αβάσταχτο πόνο. Την αναγκαία αυτή συνθήκη ζωής φαίνεται να την έχει στοχαστεί και μελετήσει σε μεγάλο βαθμό η ποιήτρια και με αρωγό την ποίηση μάς της προσφέρει ως λύτρωση.                                                                                                            
Ακολουθεί η ανάγνωση του ποιήματος με τίτλο "Κυριακές".

 « ΚΥΡΙΑΚΕΣ »
Κυριακές που περνάνε αθόρυβα,
Γέμισαν οι καρδιές μας,
Τοπία που περνούν σε αδιάβροχα μάτια,
Μα σε αγκαλιές που μπάζουν συναισθημάτων ρινίσματα…

Πάλιωσε το όνειρο κάποιας Σταχτοπούτας,
Κι’ έμεινε το γοβάκι γυάλινα θρύψαλα,
Μιας εποχής φευγάτης την αθωότητα να θυμίζει…

Ψέματα θα σκαρφιστεί ο πόνος για να γιάνει,
Να πει πως όλα μοιάζουν σαν και πρώτα,
Σαν τότε στης Κυριακής το απόβραδο,
Που είχαμε κάτι να πούμε…

Και μοιραζόμασταν λίγο κρασί,
Μια ματιά,
Μιας αγάπης τη λέξη,
Μια συμφιλίωση με το στραβό μας εαυτό,
Μα όνειρο ήταν και πάει…

Αυτό το λίγο κρασί, που η ποιητική τέχνη το μετουσιώνει σε νάμα, μοιραζόμαστε απόψε φίλοι μου και μέσα από την αιχμηρή, γλυκόπικρη πένα της η Εύη Καφούρου μάς το κερνάει απλόχερα. Καλοτάξιδη η ποιητική συλλογή σου αγαπητή Εύη!

                                                               27/5/2017 Καλλιόπη Δημητροπούλου

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

ΟΝΕΙΡΟ

Ο πατέρας πέρασε πάλι γελαστός
κάτω από το σπίτι.
"Να σας φιλέψω παγωτό"
μας φώναξε. 
Η μητέρα τού ζήτησε προσάναμμα
να πυρπολήσει τ' αδύναμο κορμί της.
Ο αδελφός μου σφούγγισε κρυφά το δάκρυ.
Κι εγώ τον έπιασα απ' το χέρι
και τον ανέβασα στους ώμους μου.
Έτσι ψηλά που τον κρατώ
εγίνηκα με μιας
εγώ ο πατέρας μου
κι εκείνος το παιδί του.