Translate

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΤΕ


Έστεκε μαύρο
το φθινοπωρινό πρωινό
σαν μας επισκέφτηκε με λύσσα
το παγωμένο μαντάτο.
Ωραίος σαν νυμφίος,
αγέρωχος σαν άνεμος
στωικά μας αποχαιρέτησες
με το ανελέητο κύμα της νιότης σου.
Εκεί που όλα απαλαίνουν,
δροσίζει η βροχή τον πόνο
και η ομίχλη αγγίζει γαλήνια το στέρνο
θα κοιμάσαι δίχως αγωνίες και παράπονα.
Και κάτω από το πένθιμο ρούχο
της άμοιρης μάνας
δεν θα χτυπά πια
ο ακριβός χτύπος της καρδιάς σου.
(Στη μνήμη του ανιψιού μου που "έφυγε"  10/11/2017)

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

                                                      φωτογραφία: Γρύλλος Ηλείας


Σαν σάλεψε η μέρα,  
περνώντας η γειτόνισσα 
σε καλημέρισε καθήμενο
 στη μάντρα της αυλής. 
Μια βόλτα στο γιατρό
και θα γυρίσω Αθανασία,
-τι όνομα συμβολικό-
απάντησες με σταθερή φωνή. 
Όταν εγύρισες,
εστάθηκες για λίγο 
ξανά στο ίδιο το σημείο 
κι αποχαιρέτησες το σπίτι σου 
μέσα από 'να μαύρο γυαλιστερό αμάξι.
Άσπρα γαρύφαλλα 
είχαν φυτρώσει στα μαλλιά σου.

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ




Η μαμά μου έρχεται στον ύπνο μου 
και μου φωνάζει:
«Αστίλ, Αστίλ 
ο Θεός μου είναι λυπημένος
και η ευσεβής Μαρία 
με σκούρο νυφικό
βαδίζει στη σκιά μου».


«Ησύχασε μάνα» της λέω,
«μέσα στο όνειρό μου ανασαίνεις»
κι ύστερα σκούπισα 
τα μαύρα της λουστρίνια.

16/9/2017

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΘΑ ΦΟΡΩ

Δημοσιεύτηκε στη λογοτεχνική ιστοσελίδα http://www.bonsaistories.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF-%CE%B8%CE%B1-%CF%86%CE%BF%CF%8


                                                          Φωτογ. Γρύλλος Ηλείας

Στον τόπο όπου γεννήθηκα 
φυτρώνει η μέντα και ο δυόσμος.
Στο κιούπι τους αγκυροβόλησαν οι ρίζες μου.
Μα εγώ το μαύρο θα φορώ,
μαύρο σαν τον κλειδούχο του θανάτου.
Πενθώ για ένα άδειο σπίτι 
στον πέτρινο αυλόγυρο,
πενθώ για το ανήλιαγο το δώμα,
καράβια σέρνει ο βόγκος του,
μέσα του κατοικεί μια μπλάβα πέτρα.
Δεν γράφονται ποιήματα στο στέρνο του,
δεν γράφονται τα δάκρυα της πηγής μας,
σαν τα ακριβά μας δέντρα 
κοιμούνται εν ειρήνη.

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΙΤΛΟΦΟΡΟΥΜΕΝΟ



Κουράστηκα μπαμπά
να κυνηγώ τη σκιά μου,
να κολυμπώ στο άγριο κύμα
με πεθυμιά τις χίμαιρες,
δραπέτης απ΄τον χρόνο να πονώ
μήπως και σ΄ αντικρίσω.
Δεν βρίσκει ο ήλιος φως
μήτε νερό η καταιγίδα.
Δρασκέλισαν την άνοιξη τα χελιδόνια,
ο ουρανός εσώπασε το χρώμα του.
Εστέρεψε η διδαχή της φύσης.

Μα πες μου από εκεί ψηλά
μπαμπά, σαν άγιος πανεπόπτης:
Ο πόνος ποτέ του δεν κουράζεται;

Κ. Δημητροπούλου

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ


(Στη μνήμη του πατέρα μου)

Ιούνης στα τελειώματα
στο χάραμα ο Ιούλης
κι εσύ στη Β Παθολογική.

Στην κόψη του μεσοκαλόκαιρου
βαρύς χειμώνας κόπιασε
και γέμισε ο ήλιος μου μ΄αγκάθια.
Ορθή μετρούσα τις στάλες του ορού σου,
του μόχθου σου το μπράτσο σού φιλούσα
κι ανάδευε αντίστροφα η κλεψύδρα της ζωής σου. 
Κι εκεί στο πιο χαρμόλυπο τ΄αντάμωμα,
αφού γαντζώθηκα απ΄ της χούφτας σου τ΄ανάγλυφο
και βύθισα το βλέμμα μου για πάντα στο δικό σου,
αρχίνησαν οι κύκνειες ιστορίες σου
να μας μιλούν για τα παλαιικά τα χρόνια.
Δύστοκα χρόνια -έλεγες-
με χωματένια ρούχα, ανέχεια και ξωμάχους,
χρόνια σφιχτά ζωσμένα 
με πικραλίθρες και χαραμάδες νόστου.
Μα οι μνήμες σου αλάφρωναν
σαν έρρεε ανάλαφρα στη φλέβα σου
από την κορυφογραμμή τ΄ αγέρι του Λαπίθα,
το κρύσταλλο νερό από την Πάνω Βρύση,
πευκοβολιάς το θρόισμα
από του τόπου μας την πιο πιστή θητεία σου.
Κι ύστερα σαν αετός φτερούγισες κι εχάθης,
σαν αετός εκέντησες το υφάδι της ζωής σου.

Μερόνυχτα αδυσώπητα παλεύω
για να βρω τα ορφανεμένα τα πατήματά μου.
Μα πώς να πορευτώ
αφού μου λείπουν τα ποδάρια;
Τις νύχτες μου τις άγρυπνες
από τον καφενέ σε φέρνω στην αυλόπορτα,
σε αγναντεύω ολόισα στα παιδικά σου μάτια
κι εσύ βιγλάτορας διαδρόμους μού ανοίγεις.
Σε καρτερώ στης μάνας το τραπέζωμα,
στο δροσαλό σου περιβόλι,
αγκρουμάζομαι στα σκαλοπάτια την άδολη λαλιά σου
και τις χρυσές σιωπές σου ψηλαφίζω.
Σχίζει ο χρόνος, που σταμάτησε στα στερνά σου λόγια,
θρηνώ σαν άφτερο πουλί για τον χαμένο ουρανό μου.
Στα χέρια μου βαστώ το πιο ακριβό βιβλίο
-εσύ μου το ΄γραψες με της βιοτής σου το μελάνι-
και συλλαβίζω στις σελίδες του
ατόφια την περισπούδαστη  τη ρότα σου.
Το φέρσιμό σου αφτιασίδωτο,
λειμώνας το γέλιο σου τ΄ αστείρευτο,
τα υλικά και τα ανούσια ποτέ σου δεν νογούσες.
Κι όσοι με πίκρα κι άδικο, πληγή σε φίλευαν,
εσύ τα χέρια σταύρωνες με περισσή αξιοπρέπεια
κι αυτούς με τη σιγή της λησμονιάς σου τους μετρούσες.
Όσα τρανά μού δίδαξες, ασπάζομαι
κι ευλαβικά σφαλίζω στο οπλοστάσιό μου, 
ως ακριβά μου θεία δώρα.
Φέτος το καλοκαίρι ακούσια θ΄ αντιστραφούν οι ρόλοι:
Από τη γέρικη συκιά τον Αύγουστο
εγώ θα σου συνάξω τα ώριμα τα φρούτα
και θα σ' τα στείλω για παραδείσιο πεσκέσι.

Καλό ταξίδι άρχοντα της καλοσύνης, 
της απλοϊκής καρδιάς και της φιλόξενης παλάμης. 
Ώρα καλή σου θυμάρι της ψυχής μας. 
Κι εκεί ψηλά γαλήνιο θα στραφταλίζει 
τ΄ αέναο χαμόγελό σου σαν θα κερνάς 
τους φίλους και συγχωριανούς σου.
                             
10/8/2017 Καλλιόπη Δημητροπούλου